- Giuseppe Verdi: Ernani - MET live
22 Μαρτίου 2012
Ώρα: 19.55
ΜΕΓΑΡΟ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ
Αίθουσα Αλεξάνδρα Τριάντη
www.megaron.gr
ΜΕΓΑΡΟ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
Αίθουσα Αιμίλιος Ριάδης Μ2
www.tch.gr
Ετεροχρονισμένη αναμετάδοση της όπερας
Strydwolf

την συσκευή για την παραγωγή του ήχου. Για το ασκί, το οποίο λέγεται και τουλούμι, αγγείον ή πόστ (Πόντος), δερμάτι (Ικαρία, Σάμος), φυλάκι (Κύθνος), θυλακούρι κτλ χρησιμοποιούν συνήθως το δέρμα της κατσίκας ή ριφιού και σπάνια προβάτου. Το δέρμα όμως πρέπει να είναι ολόκληρο και όχι σκισμένο στο λαιμό ή άλλο μέρος, όπως συνήθως γίνεται όταν σφάζεται ένα ζώο για το κρέας του. Το νωπό αυτό δέρμα, η βύρσα, όπως λέγεται, δέχεται μια ειδική κατεργασία για να μη σαπίσει και για να είναι μαλακό και άσπρο όταν ξεραθεί. Νωπό όπως είναι, κι έπειτα από ένα πρόχειρο πλύσιμο με νερό, αλατίζουν, όχι το τριχωτό μέροςτου δέρματος, αλλά το εσωτερικό του, την επιφάνεια δηλαδή προς την σάρκα, με αλάτι. Το τυλίγουν και το αφήνουν από τρεις έως δεκαπέντε ημέρες "για να συμποτίζεται απ΄ το αλάτι και να ψηθεί "όπως λένε στους Φούρνους της Ικαρίας. Πολλοί τσαμπουνάρηδες μαζί με το αλάτι συννηθίζουν να βάζουν και στύψη, που μαζεύει, δηλαδή σφίγγει το δέρμα, ενώ παράλληλα το ασπρίζει και το κρατάει μαλακό. Σε ορισμένα νησιά, εκτός από το αλάτισμα συναντάμαι και άλλους τρόπους κατεργασίας. Έπειτα κόβουν με ψαλίδι την τρίχα του δέρματος αφήνοντας 1-1,5 εκατοστά μήκος. Το κοντό αυτό μαλλί βοηθάει να μείνουν κλειστοί οι πόροι του δέρματος ενώ παράλληλα συγκρατεί το χνότο και το σάλιο τα οποία μαζεύονται μέσα στο ασκί με το φύσημα του τσαμπουνάρη και τα εμποδίζει να προχωρήσουν και να προσβάλλουν τα γλωσσίδια που δημιουργούν τον ήχο, να τα μαλακώσουν δηλαδή με την υγρασία τους και να τα "ξεκουρδίσουν". Μετά την κατεργασία (αλάτισμα και στύψη) κι αφού στεγνώσει το δέρμα- κρεμασμένο συνήθως στην ύπαιθρο, με το τριχωτό μέρος από μέσα- το βρέχουν με θαλασσινό νερό ή το τρίβουν, με υπομονή, σε ένα στρογγυλό και λείο ξύλο "για να δουλευτεί και να μαλακώσει". Στην συνέχεια γυρίζουν το δέρμα στην φυσική του θέση, κόβουν και πετούν το πίσω μέρος του δέρματος(πόδια, οπίσθια και ουρά) και το κλείνουν δένοντας το σφιχτά, με κερωμένο σπάγγο ώστε "όταν ξεραθεί και φυράνει, να μη χάνει, να μη φεύγει η φυσά". Αναποδογυρίζουν τέλος το δέρμα και βγάζουν τον λαιμό από το άνοιγμα του ενός ποδιού, τον δένουν γερά, όπως το πίσω μέρος του δέρματος, καιι τον τραβούν μέσα.
Το επιστόμιο είναι ένας κυλινδρικός ή κωνικός σωλήνας ο οποίος φτιάχνεται από καλάμι, διάφορα ξύλα ή και κόκκαλο από πόδι όρνιου. Στο άκρο του σωλήνα που είναι μέσα στο ασκί δένουν ένα στρογγυλό πετσάκι- παλιότερα χρησιμοποιούσαν κρεμμυδόφυλλα- που λειτουργεί ως βαλβίδα και εμποδίζει την έξοδο του αέρα από το ασκί. Σε ορισμένα νησιά όπως στην Ικαρία, την Σάμο κ.α., επιτηδεύονται ιδιαίτερα το επιστόμιο της τσαμπούνας. Σε ένα κλωνάρι πικροδάφνης, από το οποίο έχουν αφαιρέσει την ψύχα(εντεριώνη), χώνουν ένα λεπτό καλάμι. Τα δυο αυτά μαζί τα προσαρμόζουν μετά σε μια ξύλινη υποδοχή και δένουν τελικά στο ένα πόδι του δέρματος. Την δερμάτινη βαλβίδα την καρφώνουν συνήθως με ξύλινα προκάκια που δεν σκουριάζουν. Στις τσαμπούνες που δεν έχουν βαλβίδα, ο τσαμπουνάρης, όταν σταματά να φυσά για να ξεκουραστεί, κλέινει το άνοιγμα του επιστομίου με την γλώσσα του ή ακουμπάει το επιστόμιο στο μάγουλο του για να μη ξεφουσκώσει το ασκί. Το επιστόμιο φτιάχνεται σε διάφορα μεγέθη, από 6 έως 18 εκατοστά. Λέγεται συνήθως φυσητήρι αλλά και φυσερό ή πομπόλι (Ικαρία), στομωτήρα (Πόντος), σιφούνι (Σάμος), μασούρι (Κύθνος).Και την βαλβίδα την συναντάμαι επίσης με διάφορα ονόματα όπως πετσί (Κω), τσιφούσκι (Κύθνος), σούστα (Κάλυμνος) κ.α.


εκ του εθνικοσοσιαλιστικού περιοδικού Νέα Ευρώπη, τεύχους 2/3, εν έτη 1943.
(διατηρείται η γλώσσα του πρωτοτύπου)
Όταν εξετάζει κανείς την θέση της μουσικής μέσα στον δυτικό πολιτισμό, σταματά εμπρός σε δύο χαρακτηριστικές παρατηρήσεις : Από την μία μεριά βρίσκει την μουσική σαν μία δύναμη ριζωμένη στο συνολικά – ανθρώπινο , έως κάτω χαμηλά στο ζωώδες επίπεδο, σαν μία ουσιαστική, αν και όχι πάντα συνειδητή , συνιστώσα μέσα στον κύκλο των εντυπώσεων και της έκφρασής μας, ξαπλωμένη σε όλα τα κοινωνικά στρώματα. Για να το νοιώσουμε τούτο , αρκεί και μόνον να αναλογισθούμε π.χ. την σωματική – κινητική επίδραση που έχει επάνω μας ένας ρυθμός που κρούεται στο μεγάλο τύμπανο. Από την άλλη μεριά βρίσκει κανείς συχνά, λόγου χάριν σε πνευματικούς κύκλους προσκειμένους περισσότερο στην ποίηση ή στις εικαστικές τέχνες , μίαν υποτίμηση της μουσικής σαν τέχνης καθεαυτό, σαν τρόπου για μετάδοση καθαρά πνευματικών περιεχομένων. Από πού προέρχεται αυτή η αντίθεση; Ή μήπως και δεν πρόκειται για αντίθεση παρά για μία επιβεβαίωση της πρώτης παρατήρησης με την δεύτερη; Μήπως δηλαδή η μουσική , σαν μάλλον υλική δύναμη που βρίσκεται πιο κοντά στο ένστικτο , στο «επιθυμητικόν», δεν κλείνει μέσα της την δυνατότητα για μία αποκλειστικά πνευματική κάθαρση, για μια γνήσια δημιουργική πράξη, και ταιριάζει μάλλον για την έκφραση μόνο του αορίστου και θολού αισθήματος; - Αξίζει να εξετάσουμε ακριβέστερα αυτό το ζήτημα.
Κάτω από την επίδραση της μουσικής , σαν μιας δύναμης ριζωμένης στο συνολικά – ανθρώπινο βρίσκονται οι αναρίθμητοι φανατικοί φιλόμουσοι. Αυτός ο τύπος , ο μελομανής , αποτελεί στ’ αλήθεια ένα λαό ξεχωριστό. Είναι οι πιστοί, ενθουσιώδεις και ακούραστοι επισκέπτες της όπερας και των συναυλιών, που με πάθος παρακολουθούν τα αγαπημένα τους κομμάτια , που αφήνουν τον εαυτό τους να παρασύρεται βουτηγμένος μέσα στο ρεύμα του ήχου. Για τους περισσότερους απ ‘ αυτούς είναι το μουσικό άκουσμα ένα τόσο συνολικά – ενιαίο γεγονός , ώστε να μην μπορεί ίσως να γίνει λόγος για ένα συνειδητά πνευματικό αντίκρυσμα. Εδώ ανήκουν γενικά και οι ενδουσιώδεις κύκλοι ερασιτεχνών, αλλά και οι περισσότεροι από τους επαγγελματίες μουσικούς. Αποφασιστικό κριτήριο για την ομορφιά της μουσικής που οι ίδιοι εκτελούν είναι και εδώ ο πλούτος του ηχητικού ρεύματος που τους παρασύρει και η συγκλονιστική του ικανότητα (σχεδόν με σωματική έννοια) . Ότι υπάρχουν και μουσικά έργα που ανταποκρίνονται απόλυτα σε μία τέτοια διάθεση , τούτο είναι αυτονόητο.
Το σπουδαίο είναι ότι αυτός ο μοντέρνος τύπος του φιλόμουσου βρίσκεται πλατειά ξαπλωμένος και αποτελεί ένα ξεχωριστό κοινωνικό στρώμα που ξεπερνά πολύ σε συνοχή και έκταση άλλες ανάλογες κοινωνικές εκδηλώσεις, όπως του φιλότεχνου , του θεατροφίλου, του φιλολογούντος. Ο «μελομανής» είναι για τον πολιτισμό της Δύσης, τουλάχιστον από του 18ου αιώνα , μία εκδήλωση εξαιρετικά χαρακτηριστική και άξια σεβασμού , ένα με τον πολιτισμό μας αδιάσπαστα δεμένο γεγονός. Είναι για την Βιέννη ή το Παρίσι, για το Βερολίνο ή το Μιλάνο, αλλά και για τα μικρότερα ως και τα πιο μικρά μέρη, τόσο χαρακτηριστικός, ώστε μία εικόνα της Δύσης χωρίς αυτόν θα παραμόρφωνε ουσιαστικά την πραγματικότητα. Για να συμπληρωθεί ωστόσο η εικόνα της μουσικής μέσα στο κοινωνικό πλαίσιο, πρέπει ακόμη, έξω από αυτό το ενιαίο στρώμα των συνειδητών φιλομούσων που περιγράφουμε εδώ, να αναλογισθεί κανείς και το μεγάλο μέρος που παίρνει η μουσική στην καθημερινή μας ζωή ( π.χ. εμβατήριο, χορός, διασκέδαση, εκκλησία, τραγούδι).
Αυτή η πρωτόγονη θα έλεγε κανείς επίδραση της μουσικής και η σχετική με τούτην συνολικά – ανθρώπινη , προς τον χωρισμό πνευματικού – σωματικού ακόμη αδιαφοροποίητη διάθεση του μεγάλου στρώματος που πιστεύει με αυτήν την έννοια στη μουσική, δημιουργούν εκείνη την σκεπτική στάση μερικών συνειδητά πνευματικών κύκλων που εθίξαμε στην αρχή. Τι συμβαίνει λοιπόν; Έπρεπε ίσως στ’ αλήθεια η μουσική εξ’ αιτίας της πρωτόγονής της δύναμης , της μεγάλης της διάδοσης, να παραιτηθεί από την αξίωση να συλλάβει πνευματικές, «αιώνιες» πραγματικότητες, τουλάχιστο στο μεγάλο βαθμό που είναι εφικτές στις άλλες τέχνες; Όσοι αντιπροσωπεύουν μία τέτοια άποψη , δέχονται το πολύ μόνο μουσική στην οποία η δύναμη που αναφέραμε και που φθάνει ως κάτω στο «επιθυμητικόν» δεν είναι έντονα υπογραμμισμένη , αποστρέφουν δε με τρόμο το πρόσωπό τους από έργα όπου και αυτή η πλευρά φθάνει σε πραγματικά συναρπαστικά και συγκλονιστικά αποτελέσματα. Αναγνωρίζουν γενικά μόνον έργα από παλαιότερες εποχές (περίπου έως μέσα του 18ου αιώνα) . Αλλά και αυτά τα ερμηνεύουν συχνά περίεργα , κάπως αναιμικά για τον σωστό μουσικό. Με αφετηρία μία τέτοια πείρα διαπιστώνουν όμως – συχνά μάλιστα με δίκιο- ότι αυτά τα έργα δεν εισχωρούν ως τα βαθύτερα στρώματα του πνεύματος , στα οποία μπορεί να μας οδηγήσει ένας μεγάλος ποιητής ή π.χ. ένας Λεονάρντο ντα Βίντσι.
Έτσι λοιπόν, ξεκινώντας και από αυτή την μερικά καταφατική στάση, φθάνουν στο συμπέρασμα ότι η μουσική είναι τέχνη μικρότερης αξίας από τις άλλες. Αλλά εδώ ακριβώς βρίσκεται το λάθος : Γιατί το γνήσιο, το τέλεια αναπτυγμένο έργο τέχνης χρειάζεται την πρωτόγονη , συνολικά απάνω στον άνθρωπο δρώσα δύναμη, επειδή αυτή αποτελεί μίαν ουσιαστική ιδιότητα της μουσικής που το έργο τέχνης δεν μπορεί ν’ αρνηθεί ατιμωτητεί. Με τον δικό της τρόπο υπάρχει αυτή η δύναμη ακόμη και στο πνευματικά πιο εκλεπτυσμένο κουαρτέτο. Αυτή την συνιστώσα την κλείνει μέσα της η μουσική ανέκαθεν , ακόμη και στις εποχές που δεν είχε αποκτήσει την σημερινή της αυτοτέλεια και καθαρά πνευματική της σημασία, έτσι στην αρχαιότητα. Αυτή η πλευρά αναπτύχθηκε εντονότερα με το αυτοτελές ξεπέταγμα της μουσικής της Δύσης και επιδρά επάνω στα πλήθη των φιλομούσων, χωρίς όμως ν’ αποκλείει την πνευματική μεριά από το μουσικό έργο τέχνης ή έστω και να την παραμελεί. Τουναντίον – και τούτο είναι ακριβώς το χαρακτηριστικό του μουσικού μας πολιτισμού : σε μια σταθερή , ασυγκράτητη ανάπτυξη που κρατά πάνω από χίλια χρόνια και που δεν βρίσκει ίσως την όμοια της μέσα στην παγκόσμια ιστορία, κατόρθωσε μέσα από τις εκάστοτε συνειδητοποιημένες «υλικές» συνιστώσες να ξεχωρίσει όλες τις αντίστοιχες δυνατότητες για σύλληψη πνευματικών κόσμων, να διαμορφώσει αρμονικές λύσεις. Αυτές οι εκάστοτε ιδιόρρυθμες λύσεις είναι αυτοτελείς και χαρακτηριστικές κορυφές, οι οποίες, αν και ξεφυτρώνουν όλο και σε διαδόρους τόπους, αποτελούν μία αδιάκοπη και ενιαία αλυσίδα μέσα στην ιστορία του δυτικού πολιτισμού – κορυφές σαν την άνθιση της μουσικής στο Παρίσι τον 12ο και 13ο αιώνα, στις Κάτω Χώρες τον 15ο και 16ο , πρώτο μισό του 18ου , στην Βιέννη το δεύτερο μισό του 18ου και στην αρχή του 19ου αιώνος.
Το σημαντικότερο χαρακτηριστικό για την μουσική της Δύσης – ιδιαίτερα στο κορύφωμα του δρόμου αυτού, στην εποχή περίπου μεταξύ 1700 και 1828 – είναι αυτό το πλατύτατο αγκάλιασμα της από την πρωτόγονη ζωική ορμή εις τα ανώτατα πνευματικά πεδία, ο ιδιόρρυθμος συνδυασμός των δύο αυτών άκρων που δίνει στην μουσική την ξεχωριστή της ένταση και αμεσότητα. Αρκεί να θυμηθεί κανείς την 9η συμφωνία του Μπετόβεν με το άνοιγμα της από τον πρωτόγονο ρυθμό εμβατηρίου επάνω στο μεγάλο τύμπανο έως τα πιο απόμερα πνευματικά πεδία που μας αποκαλύπτει. Μέσα στην ιστορία της μουσική ςμόνον ο δυτικός πολιτισμός επέτυχε να θέσει όλη την πρωτόγονη , τον άνθρωπο ως σύνολο συλλαμβάνουσα «μαγικήν» δύναμη που κλείνει μέσα της η μουσική, στην υπηρεσία των πιο ψηλών πνευματικών σκοπών. Παραδέχθηκε αυτές τις δυνάμεις πέρα ως πέρα και έτσι τις εδάμασε , αντί να τους υποταχθεί, όπως αυτό συμβαίνει σε μια όχι καθαρά πνευματική μουσική – η αντί να τις χρησιμοποιήσει μόνο περιορισμένα , όπως συμβαίνει σε άλλους μουσικούς πολιτισμούς. Για την μουσική προορίζονταν περισσότερο παρά για τις άλλες τέχνες αυτή η δυνατότης για συνολική επίδραση επάνω στον άνθρωπο, σαν προϋπόθεση για την καλλιτεχνική μετάδοση πνευματικού περιεχομένου.
Μέσα από το μεγάλο στρώμα των μελομανών που περιγράψαμε , μπορεί να ξεχωρίσει κανείς τον μικρότερο κύκλο των γνήσιων φίλων της μουσικής, οι οποίοι ασπαζόμενοι πλέρια την μουσική, συλλαμβάνουν ακριβώς αυτό το ιδιάζον χαρακτηριστικό για τη εξέλιξή της στην Δύση : μίαν από την συνολικά – ανθρώπινη μαγεία περικλεισμένη, διαφυλαγμένη αποκάλυψη των πιο ψηλών πνευματικών μυστικών. Αυτό προσδιορίζει τον μοναδικό της χαρακτήρα και την σφραγίζει ίσως ως το γνησιότερο δημιούργημα του δυτικού μας πολιτισμού.

7. Solemn Vigil