Δευτέρα 24 Οκτωβρίου 2011

Η μαγική επίδραση της μουσικής στα έμβρυα

Από όλες τις Καλές Τέχνες, η μουσική είναι η μόνη που χρησιμοποιήθηκε συστηματικά και διαχρονικά ως θεραπευτικό μέσο. Οι θεραπευτικές της ιδιότητες γνώρισαν καθολική αναγνώριση από φιλοσοφικής και επιστημονικής πλευράς. Η έννοια της μουσικής θεραπείας, είναι τόσο παλιά όσο και η ιστορία της μουσικής, έχοντας τις ρίζες της, τόσο στην αρχαία ελληνική παράδοση, όσο και σε παραδόσεις άλλων λαών της ευρύτερης Ανατολής. Η χρήση της ως θεραπευτικό μέσω βασίστηκε σε απόψεις, όπως του Πυθαγόρα, πως η μουσική έχει τη δύναμη να επαναφέρει την αρμονία στην αναστατωμένη ψυχή. Πολλές και σπουδαίες εφαρμογές της μουσικής, για θεραπευτικούς σκοπούς έχουν καταγραφεί ανά τους αιώνες.

Την τελευταία δεκαετία, με την πρόοδο της μαγνητικής τομογραφίας και την εμφάνιση της τομογραφίας εκπομπής ποζιτρονίων, έχει γίνει δυνατή η εξονυχιστική μελέτη των επιδράσεων της μουσικής στον ανθρώπινο εγκέφαλο. Η ακοή είναι η πρώτη αίσθηση που εμφανίζεται και η τελευταία που εξαφανίζεται κατά τη διάρκεια της ζωής και είναι αυτή η οποία επιτρέπει στο έμβρυο να λαμβάνει μηνύματα από το εξωτερικό περιβάλλον. Ως προς τη φυσιολογία του αυτιού, η τελική μορφοποίησή του γίνεται κατά την ενδομήτρια περίοδο. Οι λειτουργίες του όμως, διαφοροποιούνται από την προγεννητική στην μεταγενέθλια περίοδο. Αυτό συμβαίνει επειδή αλλάζουν οι συνθήκες ακρόασης. Το αυτί περνά από την υγρή στην αέρινη ακοή, κάτι που του επιβάλλει να αναθεωρήσει τον τρόπο πρόσληψης και μετάδοσης του ήχου. Η ανάπτυξη αυτή της λειτουργίας του ακουστικού συστήματος, διαφοροποιείται από το ένα έμβρυο στο άλλο και οι μελέτες που έχουν γίνει δεν επαρκούν για την απόλυτη και ξεκάθαρη γνώση στον τρόπο σύλληψης του ήχου κατά την προγεννητική περίοδο. Ωστόσο, είναι πια αδιαμφισβήτητο ότι τα έμβρυα ακούν. Η μήτρα δεν είναι ένας σιωπηλός χώρος. Έρευνες έχουν επιβεβαιώσει ότι οι ήχοι φτάνουν στη μήτρα και δεν απομονώνονται από τον πλακούντα.

Το εμβρυϊκό ηχητικό περιβάλλον: Τα έμβρυα ακούν τον ρυθμικό ήχο της μητρικής καρδιάς περίπου 26 εκατομμύρια φορές. Η αίσθηση αυτού του ρυθμού, που ασκεί ένα είδος προστασίας στον άνθρωπο και συνδέεται με την ασφάλεια που παρέχει το περιβάλλον της μήτρας, είναι μεγάλης σημασίας για τη ζωή. Έρευνες έχουν αποδείξει ότι μήτρες εγκύων είναι πολύ θορυβώδης σε σχέση με μήτρες γυναικών που δεν εγκυμονούν. Το αυτί, όπως πληροφορούμαστε από τον Ηλία Σακαλάκ (2004) στο βιβλίο του «Μουσικές Βιταμίνες», είναι ο επικρατέστερος προμηθευτής αισθητήριας ενέργειας στον εγκέφαλο. Παίζει σημαντικό ρόλο στη δόμηση του εγκεφάλου καθώς οι ακουστικές εμπειρίες του εμβρύου αποτελούν το κυριότερο ερέθισμα για εγκεφαλική ανάπτυξη.
Οι υπέρηχοι έχουν αποκαλύψει, ότι κατά τη διάρκεια μιας υγιούς εγκυμοσύνης, το έμβρυο έχει ένα πολύπλοκο και αναβαθμισμένο νευρικό σύστημα. Η μάθηση και η ευφυΐα για κάθε άνθρωπο, απορρέει από το συνδυασμό του γενετικού του ταλέντου με τις διαθέσιμες από το περιβάλλον του πληροφορίες. Μια σαφής και ξεκάθαρη απάντηση για την εμβρυϊκή μάθηση, θα ήταν δύσκολο να δοθεί. Ωστόσο, αρκετές μελέτες έχουν διεκπεραιωθεί για την εμβρυϊκή μάθηση. Έρευνες έχουν αποδείξει ότι νεογνά τα οποία, κατά τη διάρκεια της κυοφορίας τους, εκτέθηκαν σε συγκεκριμένο κομμάτι μουσικής, αντέδρασαν διαφορετικά από ομάδα νεογνών τα οποία δεν είχαν ακούσει το συγκεκριμένο κομμάτι κατά τη διάρκεια της κυοφορίας τους. Η εμβρυϊκή συμπεριφορά κρίθηκε ανάλογα με τους εμβρυϊκούς καρδιακούς σφυγμούς, και την κινητικότητα-δραστηριοποίηση του εμβρύου ενώ η επίδραση στα νεογνά κρίθηκε από τη μεταβολή στους καρδιακούς σφυγμούς, την κατάσταση εγρήγορσης, τις κινήσεις των ματιών και των άκρων.

Χαρακτηριστική είναι η ανάλυση 212 μελετών (Δρίτσας 2006), που αφορούσαν δίδυμα. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι κοινές ακουστικές εμπειρίες της ενδομήτριας ζωής εξηγούν κατά περίπου 20% την υψηλή συσχέτιση μεταξύ του δείκτη νοημοσύνης των διδύμων που μεγαλώνουν χωριστά. Έτσι, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι οι ακουστικές εμπειρίες του εμβρύου αποτελούν το κυριότερο ερέθισμα για την ανάπτυξη του εγκεφαλικού φλοιού.
Όπως αναφέρει ο Ηλίας Σακαλάκ (2004), πολλοί ήχοι προκαλούν στο έμβρυο τη μείωση του καρδιακού του παλμού, στην προσπάθειά του να καταλάβει τι άκουσε. Οι δυνατοί ήχοι αντίθετα, αιφνιδιάζουν το έμβρυο και αυξάνουν τους καρδιακούς του σφυγμούς. Οι κινήσεις του σώματος και οι μεταβολές στον καρδιακό παλμό, δεν είναι απλά μια ένδειξη αντίληψης του ήχου από το έμβρυο, αλλά αποτελούν ένδειξη, ότι το έμβρυο έχει μπει ήδη σε μια διαδικασία μάθησης. Η πιο απλή μορφή μάθησης, είναι η συνήθεια. Έτσι, το έμβρυο παύει να αντιδρά στους επαναλαμβανόμενους ήχους τους οποίους από ένα σημείο και μετά θεωρεί βαρετούς. Εάν ακούσει ένα διαφορετικό ήχο με κάποιο ενδιαφέρον, το έμβρυο θα ανταποκριθεί ανάλογα, δείχνοντας έτσι ότι κατάλαβε τη διαφορά. Κατά τη διάρκεια του τελευταίου τριμήνου της κύησης, το έμβρυο είναι σε θέση να ξεχωρίζει τους μονότονους από του ενδιαφέροντες και διαφορετικούς ήχους. Χαρακτηριστικά είναι τα ευρήματα μιας μελέτης που πραγματώθηκε σε μια έγκυο γυναίκα. Αρχικά, η κοιλιά της δέχτηκε ένα ήπιο ηχητικό ερεθισμό, ο οποίος δεν έδειξε να προκαλεί καμία αντίδραση από την πλευρά του εμβρύου. Μετά ακολούθησε ένας δυνατός ήχος, που προκάλεσε την σωματική κίνηση του εμβρύου. Αφού η διαδικασία επαναλήφθηκε μερικές φορές, το έμβρυο άρχισε να αντιδρά και στον απαλό ήχο, δείχνοντας έτσι ότι περιμένει να ακούσει το δυνατό. Το ότι το έμβρυο έχει την ικανότητα του απλού αυτού συνειρμού, μας επιτρέπει να σκεφτούμε ότι πράγματι έχει την ικανότητα να μαθαίνει, να συλλέγει πληροφορίες, και να θυμάται κάποιες καταστάσεις. Η φωνή της μητέρας είναι ιδιαίτερα πιο δυνατή από κάθε άλλο εξωτερικό ήχο, γιατί μεταφέρεται στη μήτρα κατευθείαν, μέσω του δικού της σώματος. Επίσης, οι παλμικοί ήχοι της ροής του αίματος στην ομφαλική αρτηρία μπορούν να γίνονται αντιληπτοί από το έμβρυο κατά τη διάρκεια της ενδομήτριας ζωής και για ηχητικές συχνότητες μικρότερες των 500Hz όταν τα επίπεδα έντασης κυμαίνονται από 70-80dB, (Δρίτσας 2004).

Κατά τους πρώτους μήνες της κύησης, τα έμβρυα έχουν πληθώρα εγκεφαλικών νευρώνων, στους οποίους παρατηρείται σημαντική ελάττωση κατά το τελευταίο τρίμηνο της κύησης και περαιτέρω ελάττωση κατά την παιδική ηλικία (Stanley, Jayne, 1998). Πολλοί όμως από τους νευρώνες αυτούς νεκρώνονται, λόγω της έλλειψης ερεθισμάτων. Τα ποικίλα και πολλαπλά ερεθίσματα κατά την εμβρυϊκή περίοδο, συμβάλλουν στην διαμόρφωση της μεταγενέθλιας εξέλιξής του.

Μνήμες του νεογνού από το εμβρυϊκό περιβάλλον: Η μνήμη, είναι η πεμπτουσία της ανθρώπινης εμπειρίας, χωρίς την οποία δε θα μπορούσαμε να προοδεύσουμε, δεν θα μπορούσαμε να μαθαίνουμε από την εμπειρία και δεν θα ήμασταν σε θέση να αναπτύξουμε την προσωπική μας ταυτότητα. Όπως αναφέρεται στο άρθρο της Giselle E.Whitwell, τα βρέφη προτιμούν να ακούν ιστορίες, ρυθμούς και ποιήματα που άκουσαν μέσα στη μήτρα. Η ακουστική φασματοσκοπία που κάνει δυνατή τη λεπτομερή ανάλυση του ήχου, απέδειξε ότι τα έμβρυα μπαίνουν στη διαδικασία μάθησης από την ενδομήτρια περίοδο. Από την 27η εβδομάδα της γέννησης, το κλάμα του μωρού ήδη εμπεριέχει κάποια στοιχεία της ομιλίας όπως το ρυθμό αλλά και φωνητικά χαρακτηριστικά της μητέρας του. Σύμφωνα με μελέτες του Ελληνικού Κέντρου Βιοσύνθεσης, οι αντιδράσεις των νεογνών στη γλώσσα, είναι αποτέλεσμα των ήχων που άκουγε το έμβρυο κατά την ενδομήτρια περίοδο.

Υπάρχουν αρκετά στοιχεία από μελέτες σε νεογνά που υποστηρίζουν ότι τα έμβρυα είναι σε θέση να αναγνωρίζουν και να θυμούνται ανθρώπινες φωνές. Έρευνα των De Casper και Fifer (1980) έδειξε την προτίμηση των νεογνών στη μητρική φωνή συγκριτικά με μια άγνωστη κατά την ανάγνωση μιας νουβέλας (οικείο ενδομήτριο ερέθισμα, αφού η μητέρα έκανε μεγαλόφωνη ανάγνωση του συγκεκριμένου αποσπάσματος καθημερινά, τις έξι τελευταίες εβδομάδες της κύησης). Μελέτη των Moon, Cooper και Fifer (1993), έδειξε την προτίμηση των νεογνών στη μητρική γλώσσα, συγκριτικά με μια ξενόγλωσση προφορά. Έτσι, τα μωρά των Γάλλων δείχνουν να προτιμούν να ακούν Γαλλόφωνους, ενώ τα μωρά Ρώσων, προτιμούν να παρατηρούν ανθρώπους που μιλούν Ρωσικά Τα έμβρυα όπως είναι λογικό, μπορεί να μην αντιλαμβάνονται το ακριβές περιεχόμενο των λέξεων, ή του μουσικού ερεθίσματος, έχουν όμως απόλυτη επίγνωση του συναισθηματικού τους περιεχομένου, όπως αυτό μεταφέρεται από τη μητέρα τους. Κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, η αντίληψη του γονιού για τον κόσμο μεταδίδεται «χημικά» στο έμβρυο μέσω του πλακούντα. Παρά το γεγονός ότι το έμβρυο δεν καταλαβαίνει τα γεγονότα που προκαλούν την αισθηματική αντίδραση της μητέρας, συνειδητοποιεί τις σωματικές αντιδράσεις και εντυπώσεις του συναισθήματος. Με αυτόν τον τρόπο, το έμβρυο υιοθετεί «χημικά» από τη μήτρα ακόμα, τις γονικές αντιλήψεις και η συμπεριφορά του προσαρμόζεται σύμφωνα με αυτές. Φαινομενικά, μπορεί το έμβρυο να είναι ασφαλές μέσα στη μήτρα, αλλά να νιώθει την απόρριψη και το φόβο. Κατά συνέπεια, είναι πιθανόν να φτάνει στον κόσμο κουβαλώντας ένα ασυνείδητο φορτίο αβεβαιότητας και άγχους, σχετικά με την ταυτότητα και τις ρίζες του (Ελληνικό Κέντρο Βιοσύνθεσης 2005). Στο άρθρο Music aids development in the womb, o Gabriell L.Federico αναφέρεται σε μια μητέρα ενός βρέφους 10 μηνών, το οποίο έκλαιγε ακατάπαυστα. Προκειμένου να το ηρεμήσει, έβαζε μουσική Mozart, κάτι που έκανε και για να χαλαρώσει η ίδια, κατά το τελευταίο τρίμηνο της εγκυμοσύνης της, από τον θάνατο του πατέρα της, χωρίς αποτέλεσμα όμως, αφού συχνά ξεσπούσε σε κλάματα. Το έμβρυο συνέδεσε τη μουσική Mozart με το λυγμό της μητέρας του, και ακόμα 10 μήνες μετά τη γέννησή του, αναστατωνόταν και έκλαιγε στο άκουσμα αυτής της μουσικής. Σε μελέτη που έγινε στην Αυστραλία, Chamberlain(1995), έγκυες γυναίκες παρακολούθησαν ένα απόσπασμα είκοσι λεπτών από μια «ενοχλητική» Χολιγουντιανή ταινία που τους προκάλεσε αναστάτωση. Όταν τα νεογνά ήταν τριών μηνών, εκτέθηκαν στο ίδιο απόσπασμα και έδειξαν να αναγνωρίζουν την προγενέστερη εμπειρία τους.


Ο Dr. Lee Salk καθοδηγούμενος απο την παρατήρηση, ότι οι περισσότερες νέες μητέρες δείχνουν μία προτίμηση να κρατούν τα βρέφη στην αριστερή πλευρά του θώρακα κοντά στην καρδιά, ανέλυσε έναν πολύ μεγάλο αριθμό απο φωτογραφίες και καλλιτεχνικές απεικονίσεις του ζεύγους μητέρας-βρέφους. Περίπου το 80% αυτών των εικόνων έδειξε, ότι πράγματι οι μητέρες κρατούσαν τα βρέφη στην αριστερή πλευρά τού στήθους, κοντά στο μέρος της καρδιάς. Αφού βεβαιώθηκε για αυτό το συμβάν ο Dr. Salk εν συνεχεία χρησιμοποίησε ήχους τής καρδιάς τής μητέρας, για να ηρεμεί τα νεογνά και τα βρέφη στο νοσοκομείο. Με αυτό τον τρόπο αποδείχθηκε, ότι οι ενδομήτριοι ήχοι αποτυπώνονται μέσα μας και μας ακολουθούν γιά όλη τη διάρκεια της ζωής μας.

Η επίδραση του θορύβου στα έμβρυα: Ο θόρυβος, είναι πλέον βασικό χαρακτηριστικό του περιβάλλοντός μας και συνδέεται άμεσα με τις καθημερινές μας δραστηριότητες. Η υψηλή ένταση θορύβου, έχει συσχετηθεί με πολυάριθμες επιδράσεις στην υγεία του ανθρώπινου οργανισμού, στους ενήλικες, τα παιδιά, αλλά και τα έμβρυα. Επιβλαβής επιδράσεις μπορεί να είναι η απώλεια ακοής, η έλλειψη σωματικού βάρους σε νεογνά τη στιγμή της γέννησης, να προκαλέσει πρόωρο τοκετό ή γενετικές ανωμαλίες στα έμβρυα. Ωστόσο, οι μελέτες πάνω στην επίδραση του θορύβου δεν συγκλίνουν σ’ ένα καθολικά αποδεκτό αποτέλεσμα. Η επίδραση του θορύβου στο σωματικό βάρος του νεογνού, μελετήθηκε από το τμήμα ιατρικής στην Ταϊβάν (1996). Εφόσον το ηχητικό περιβάλλον της μητέρας δεν ξεπερνούσε τα 85dB, δεν βρέθηκε καμία επίδραση στο βάρος του νεογνού, το οποίο ουσιαστικά καθορίστηκε από το βάρος της μητέρας πριν και κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, το φύλο του νεογνού και την κυητική του ηλικία. Σχετική έρευνα πραγματοποιήθηκε από τους Ando και Hattori (1974), της οποίας τα αποτελέσματα έδειξαν, ότι ο μέσος όρος του βάρους των νεογνών που γεννήθηκαν από γυναίκες που κατοικούσαν σε περιοχή κοντινή σε αεροδρόμιο, ήταν χαμηλότερος από εκείνα που δεν εκτίθονταν σε θόρυβο ανάλογης έντασης και συχνότητας κατά την ενδομήτρια περίοδο. Οι Ando και Hattori υποστηρίζουν, ότι το γεγονός αυτό πιθανότατα οφείλεται στην πλακούντια γαλακτογόνο ορμόνη, η οποία είναι σε χαμηλότερα ποσοστά στις εγκύους γυναίκες όταν αυτές εκθέτονται σε θόρυβο.


(πηγή)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου