Παρασκευή 25 Μαΐου 2012

Ακριτικά Τραγούδια ΙΙ


Ακριτικά τραγούδια και δημοτική ποίηση 

Σκηνή Μάχης - Δ. Σκουρτέλης

Τα ακριτικά τραγούδια δεν είμαι μόνο το στερεό θεμέλιο της ελληνικής γραμματείας αλλά και το πρώτο διαμάντι στο περιδέραιο της δημοτικής μούσας. Για τούτο και δεν μπορεί να νοηθεί δημοτικό τραγούδι χωρίς αυτά. Και αν θελήσεις να τα παρακάμψεις δεν θα μπορέσεις να νοιώσεις όλη την ομορφιά και το μεγαλείο του δημοτικού τραγουδιού γιατί στα ακριτικά υπάρχει ο πυρήνας, το δομικό σχέδιο όλων των κλέφτικων και αρματολικών τραγουδιών. Ύστερα είναι και ο συνδετικός κρίκος της παλιάς επικής ποίησης, της αρχαίας με τη νεώτερη.
Πολύ σωστά επισημαίνει το γεγονός αυτό ο Ηλ. Π. Βουτιερίδης γράφοντας: «…το μεσαιωνικό ελληνικό δημοτικό τραγούδι θυμίζει όλη την πρωτόγονη, την ηρωική ποίηση της αρχαίας Ελλάδας. Έχει γοργορότητα στη διήγηση, σπάνια τόλμη και δύναμη φαντασίας. Ο ενθουσιασμός κι η ηρωική πνοή το στολίζουνε πέρα για πέρα». Και προσθέτει: «Σε κάθε λαό το πρώτο φανέρωμα της ιστορικής τουλάχιστον ζωής του έχει κάτι το ηρωικό. Η αρχή της ιστορικής ζωής των λαών, που μπορεί να ειπωθή και πρωτόγονη εποχή τους, είναι πάντα ηρωική. Για τούτο και το φανέρωμα της ζωής αυτής με τον ποιητικό λόγο έχει πάντα ηρωικό τόνο. Τα άλλα ποιητικά είδη, που δεν είναι ακόμη ποίηση τεχνητή παρά μόνο λαϊκή, δηλαδή διδακτικά, ερωτικά, σατυρικά ποιήματα και τα παρόμοιά τους έρχονται κατόπι» γράφει ο Ηλ. Π. Βουτιερίδης, που στην αρχή της ιστορίας της Νεοελληνικής λογοτεχνίας ξεκινάει από τ’ ακριτικά δημοτικά τραγούδια.
Εδώ όμως θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι δεν πρόκειται για καινούριο ξεκίνημα αλλά για μια συνέχιση της ζωής της φυλής που είχε ανασταλεί από τον Ρωμαίο κατακτητή και τον αμόρφωτο καλογερισμό των πρώτων αιώνων του χριστιανισμού, που με τον φανατισμό του θέλησε να διακόψει το δεσμό προς τους αρχαίους, τον αμαρτωλό κόσμο των ειδωλολατρών, όπως τον απεκάλεσαν. Όταν δημιουργήθηκε η βυζαντινή αυτοκρατορία το ελληνικό στοιχείο ξαναβρίσκει την οντότητά του, και αρχίζει να ξεφεύγει από τις ξένες επιδράσεις και στηρίζει τη νέα του πορεία στην ανανεωμένη παράδοσή του.
Τότε φανερώνονται τα δημοτικά του τραγούδια που δείχνουν ότι ο λαός υμνεί την πάλη, τον αγώνα, το θάρρος, την ανδρεία των ακριτών που τους βλέπει σαν ήρωες που αγωνίζονται να διαφυλάξουν τη φυλή από τις βάρβαρες επιδρομές των Μουσουλμάνων.
«…Τα ελληνικά δημοτικά τραγούδια γεννήθηκαν από την καινούργια ζωή του Ελληνισμού. Μα η καινούργια αυτή ζωή δεν ήτανε καθόλου πρωτόγονη, παρά εξακολούθηση άλλης μακρόχρονης, που είχε γνωρίσει όλες τις περιπέτειες της άνθισης και του ξεπεσμού. Με την καινούργια ζωή ξαναφούντωνε μόνο η ζωτικότητα του Ελληνισμού κι έτσι κι η καινούργια ποίησή του είχε όλα τα φανερώματα, που παρουσιάζονται, όταν ένας λαός προχωρήση αρκετά στο δρόμο της ιστορικής ζωής του», γράφει ο Ηλ. Π. Βουτιερίδης, προσθέτοντας ότι οι Έλληνες τις βυζαντινής εποχής ζήσανε αρκετούς αιώνες ζωή δυνατά εθνική και πολεμική και τα πρώτα του τραγούδια δεν μπορούσαν παρά να έχουν ηρωικό τόνο αφού φτιανόντανε για να αποθανατίσουν και να υμνήσουν πολεμικές δόξες και ηρωικά κατορθώματα.
Έτσι τα ακριτικά τραγούδια ανήκουν στην κατηγορία των ιστορικών τραγουδιών γιατί σχηματίστηκαν σε μια ορισμένη ιστορική στιγμή, από τον 6ο μέχρι το 12ο αιώνα. «Η υπερηφάνεια και η αφοσίωσις των Ακριτών εις το Βυζάντιον, η προσήλωσις εις την πατρώαν γην, η περιφρόνησις του εχθρού και η ακλόνητος απόφασις όπως μη επιτρέψουν εις ξένους βαρβάρους λαούς να πατήσουν επί της γης των προγόνων, αποτελούν το κύριον θέμα της εμπνεύσεως του πλουσιωτάτου ακριτικού κύκλου ως και του ευρέως διαδεδομένου έπους του αφιερωμένου εις τον Διγενή Ακρίτα.
Τα ακριτικά άσματα και το ακριτικόν έπος περικλείουν τοιουτοτρόπως και υμνούν τα ακατάλυτα ιδανικά της ελληνικής φυλής, ψαλλόμενα δε απ’ άκρου εις άκρον της ελληνικής γης συνετέλεσαν τα μέγιστα εις την ακραιφνή διατήρησιν του εθνικού αισθήματος» παρατηρεί ο Γ. Ζώρας.
«Η λογοτεχνική αξία των δημοτικών τραγουδιών της βυζαντινής εποχής είναι φανερή και δε μπορεί να συζητηθή. Όλα, με περισσότερο οι «παραλογές», φαίνονται σαν δημιουργήματα μεγάλου ποιητή. Ο στίχος τους είναι τέλειος• γεμάτος ρυθμός και δύναμη• η χασμωδία υπάρχει πολύ σπάνια• κι η φράση στρογγυκή, σφιχτοδεμένη. Πουθενά φλυαρία• όλα λέγονται σύντομα, παραστατικά, με εικόνες παρμένες από την πραγματικότητα της φύσης. Είναι γεμάτα πάθος και φαντασία. Το θέμα ξετυλίγεται γοργό και προχωράει ανεμπόδιστα με τόλμη και καθρατότητα, που θυμίζει τα ρκουσταλένια και γάργαρα νερά, όπως ξεπετιούνται από την πλούσια νερομάνα. Η γλώσσας τους είναι ζωγραφική, είχε κάτι το αντρίκιο χωρίς να της λείπη κι η ευγένεια, που υπάρχει στο ξετελιωμένο λογοτεχνικό όργανο, γράφει ο Ηλ. Βουτιερίδης, που οι απόψεις του κρίθηκαν από τους ειδικούς ακριτολόγους ως οι καλύτερες που διατυπώθηκαν από ιστορικό της νεοελληνικής λογοτεχνίας. […] Με τα ακριτικά τραγούδια ο Ελληνισμός ξαναβρίσκει τον εαυτό του, την ιστορική του παράδοση που είχε ναρκωθεί κάτω από τη ρωμαϊκή κατάκτηση και είχε παραστρατήσει και στομώσει με τον Βυζαντινό καλογερισμό.
Τα ακριτικά τραγούδια έδειξαν στον λαό ότι για να βρει το δρόμο του πρέπει να παλεύει ασταμάτητα, ηρωικά, αντριωμένα για να συντρίψη τους κάθε λογής εχθρούς, τα κάθε λογής εμπόδια που του σταματούσαν ή του πισωδρόμιαζαν την πορεία του.

 Απόσπασμα από το βιβλίο "Ακριτικά, Βασίλη Χ. Μάκη, Εκδόσεις Επικαιρότητα


ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟ

Ο Κωνσταντίνος ο μικρός κι ο Αλέξης ο αντρειωμένος,
και το μικρό Βλαχόπουλο, ο καστροπολεμίτης,
αντάμα τρών και πίνουνε και γλυκοκουβεντιάζουν,
κι’ αντάμα έχουν τους μαύρους των στον πλάτανο δεμένους.
Του Κώστα τρώει τα σίδερα, τ’ Αλέξη τα λιθάρια,
και του μικρού Βλαχόπουλου τα δέντρα ξεριζώνει.
Κ’ εκεί που τρώγαν κ’ έπιναν και που χαροκοπούσαν,
πουλάκι πήγε κ’ έκατσε δεξιά μεριά στην τάβλα.
Δεν κελαϊδούσε σαν πουλί, δέν έλεε σαν αηδόνι,
μον’ ελαλούσε κ’ έλεγε νανθρωπινή κουβέντα:
- Εσείς τρώτε και πίνετε και λιανοτραγουδάτε,
και πίσω σας κουρσεύουνε Σαρακηνοί κουρσάροι.
Πήραν τ’ Αλέξη τα παιδιά, του Κώστα τη γυναίκα,
και του μικρού Βλαχόπουλου την αρραβωνιασμένη».

‘Ώστε να στρώση ο Κωνσταντής και να σελλώση ο Αλέξης,
ευρέθη το Βλαχόπουλο στο μαύρο καβαλλάρης.
- Για σύρε, συ Βλαχόπουλο, στη βίγλα να βιγλίσης•
αν ειν’ πενήντα κ’ εκατό, χύσου μακέλεψέ τους,
κι αν είναι περισσότεροι, γύρισε μίλησέ μας».

Επήγε το Βλαχόπουλο στη βίγλα να βιγλίση.
Βλέπει Τουρκιά Σαρακηνούς κι’ Αράπηδες κουρσάρους,
οι κάμποι επρασινίζανε, τα πλάγια κοκκινίζαν•
άρχισε να τους διαμετράη, διαμετρημούς δεν είχαν.
Να πάη πίσω ντρέπεται, να πάη μπρος φοβάται.
Σκύβει φιλεί το μαύρο του, στέκει και τον ρωτάει:
- Δύνεσαι, μαύρε μ΄, δύνεσαι στο γαίμα για να πλέξης;
- Δύνεσαι, αφέντη, δύνομαι στο γαίμα για να πλέξω,
κι’ όσους θα κόψη το σπαθί, τόσους θενά πατήσω.
Μόν’ δέσε το κεφάλι σου μ’ ένα χρυσό μαντήλι,
μην τύχη λάκκος και ριχτώ και πέσης απ’ τη ζάλη.
- Σαΐτες μου αλεξαντρινές, καμιά να μη λυγίση,
κ’ εσύ σπαθί μου διμισκί, να μην αποστομώσης.
Βοήθα μ’, ευχή της μάννας μου και του γονιού μου βλόγια,
ευχή του πρώτου μ’ αδερφού, ευχή και του στερνού μου.
Μαύρε μου, άιντε να μπουμε, κι όπου ο Θεός τα βγάλη!»

Στο έμπα του μπήκε σαν αϊτός, στα ξέβγα σαν πετρίτης•
στο έμπα του χίλιους έκοψε, στο ξέβγα δυο χιλιάδες,
και στο καλό το γύρισμα κανένα δεν αφήνει.
Πήρε τ’ Αλέξη τα παιδιά, του Κώστα τη γυναίκα,
και το μικρό Βλαχόπουλο την αρραβωνιασμένη.
Προσγονατίζει ο μαύρος του και πίσω τους τους παίρνει.

Στο δρόμο νοπού πήγαινε σέρνει φωνή περίσσα:
«Που είσαι, αδερφέ μου Κωνσταντά κι’ Αλέξη αντρειωμένε;
αν είστε εμπρός μου φύγετε κι’ οπίσω μου κρυφτήτε,
τι θόλωσαν τα μάτια, μπροστά μου δε σας βλέπω,
και το σπαθί μου εράγισε, κόβοντας τα κεφάλια,
κι ο μαύρος λιγοκάρδισε πατώντας τα κουφάρια». 

Στο έμπα χίλιους έκοψε - Δ. Σκουρτέλης

Σάββατο 19 Μαΐου 2012

Arcana - Dark Age of Reason


Dark Age of Reason
Arcana
1996
Genre: Neo-classical, Ambient, Medieval


1 Our God Weeps
2 Angel Of Sorrow
3 Source Of Light
4 The Calm Before The Storm
5 Dark Age Of Reason
6 Like Statues In The Garden Of Dreaming
7 The Oath
8 ...For My Love
9 Serenity
10 The Song Of Mourning



Σάββατο 12 Μαΐου 2012

ΕΠΕΤΕΙΟΣ ΤΗΣ ΜΑΧΗΣ ΤΟΥ ΒΑΛΤΕΤΣΙΟΥ


Η μάχη του Βαλτετσίου (24 Απριλίου και 12-13 Μαΐου) υπήρξε μία από τις κρισιμότερες μάχες κατά την Ελληνική επανάσταση. Η νίκη της 12-13 Μαΐου 1821 άνοιξε τον δρόμο για την Άλωση της Τριπολιτσάς, και αποτέλεσε την αναβίωση της Αρχαίας Δωρικής πολεμικότητος. Θεμελίωσε δε, την ελπίδα της νίκης και έδωσε το όραμα της λευτεριάς στους επαναστατημένους Έλληνες.
Μανιάτες, Μεσσήνιοι και Αρκάδες οχυρωμένοι στα ταμπούρια του Βαλτετσίου, αμύνθηκαν με επιτυχία στις επιθέσεις των Τούρκων της Τριπολιτσάς, οι οποίοι ανέρχονταν περίπου σε 10-12.000 άνδρες υπό την ηγεσία του πολέμαρχου Κεχαγιάμπεη Μουσταφά. Πολλά επαναστατικά σώματα Ελλήνων οπλαρχηγών από διάφορα μέρη της Πελοποννήσου, που πολιορκούσαν την Τριπολιτσά, έσπευσαν να βοηθήσουν τους αμυνόμενους. Μετά από σκληρό αγώνα, βλέποντας οι Τούρκοι το ακατάβλητο των Ελλήνων και την συνεχή αύξηση των επιτιθεμένων επαναστατών αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν και μάλιστα υπό άτακτη φυγή να αναζητούν καταφύγιο πίσω από τα τείχη της Τριπολιτσάς.
Στην μάχη αυτή συμμετείχαν γνωστοί αλλά και λιγότερο αναγνωρισμένοι από την ιστορική συνείδηση οπλαρχηγοί, όπως οι Μητροπέτροβας, Ηλ. Μαυρομιχάλης, Κεφάλας, Ν. Φλέσσας, Αναγνωσταράς, Μούρτζινος, Γιατράκος, Νικηταράς, Πατσαντώνης, Κατριβάνος, Δαγρές και άλλοι.

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΜΑΧΗΣ

Ενώ οι Έλληνες πολιορκούσαν την Ακροκόρινθο και την Τρίπολη, ο Χουρσίτ πασάς στέλνει ισχυρό στράτευμα με σκοπό να καταπνίξει το επαναστατικό κίνημα. Ο Κεχαγιάμπεης Μουσταφά (ή Μουσταφά Μπέη) με 3.500 Αλβανούς αναλαμβάνει την Δυτική Ελλάδα και, ξεκινά για τον Μοριά για να ενισχύσει την πολιορκημένη Τρίπολη. Ξεκίνησε από τα Γιάννενα, χωρίς να βρει πουθενά ιδιαίτερη αντίσταση. Έλυσε την πολιορκία της Ακροκορίνθου και του Άργους. Ο Γέρος του Μοριά, βάσει του στρατηγικού του σχεδίου, τον αφήνει σκόπιμα να περάσει.Ο Κεχαγιάμπεης προσπαθεί να ελκύσει προδότες μέσω αμοιβών, ο μόνος που ενέδωσε όμως ήταν ο ταχυδρόμος που παρέδιδε την αλληλογραφία μεταξύ της Μπουμπουλίνας και του Κολοκοτρώνη. Μικρό όφελος είχαν τα γράμματα τους μιας και περιείχαν ανακριβή στοιχεία περί των στρατευμάτων. Σύντομα ανακαλύφθηκε ο προδότης και εκτελέστηκε.
Ο Κολοκοτρώνης στήνει στρατόπεδο στο Βαλτέτσι, λόγω της στρατηγικής του θέσεως.Διατάζει να οχυρωθούν τα τέσσερα στρατηγικά σημεία του με ισχυρά ταμπούρια και να εγκατασταθεί φρουρά. Στις 24 Απριλίου ο Κεχαγιάμπεης εξαπολύει αιφνιδιαστική επίθεση με 4000 άνδρες, οι λιγοστοί Έλληνες αμύνονται ηρωϊκά ωστόσο καταφέρνει να καταλάβει, έστω και προσωρινώς, το στρατόπεδο. Στο μεταξύ καταφθάνουν ο Πλαπούτας με τον Κολοκοτρώνη και κυνηγούν τους Τούρκους μέχρι την Μάκρη Μαντινείας. Το στρατόπεδο αμέσως αναδιοργανώνεται και ενισχύεται, στήνονται μηχανισμοί ειδοποιήσεως με φωτιές και τοποθετούνται οπλαρχηγοί σε στρατηγικά σημεία. Tην εκ νέου εγκατάσταση Ελλήνων στο Βαλτέτσι, όπως αναφέρεται, συνέστησε και ο Θ. Κολοκοτρώνης με επιστολή του. Ο ίδιος κατείχε το Χρυσοβίτσι, ενώ στη θέση της Πιάνας είχε στρατοπεδεύσει ο Κανέλλος Δεληγιάννης, ο Δημήτριος Πλαπούτας κ.ά. Οι τρεις αυτές θέσεις μπορούσαν να αλληλοβοηθούνται εύκολα σε περίπτωση τουρκικής προσβολής, γιατί το στρατόπεδο των Βερβαίνων ήταν κάπως απομακρυσμένο. Φθάνοντας στο Βαλτέτσι ο Ηλίας Μαυρομιχάλης έδωσε το παράδειγμα, βάζοντας το πρώτο λιθάρι, για να χτιστεί κλειστό ταμπούρι, το οποίο θα ήταν ασφαλέστερο και ακολούθησαν όλοι με ενθουσιασμό, ώστε την ίδια ημέρα είχε τελειώσει η κατασκευή του. Σε αυτό το ταμπούρι, εικάζεται ότι πρέπει να ήταν το ανατολικό, κλείστηκε ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης με 120 Μανιάτες, ανάμεσα στους οποίους ήταν ο Πρωτοσύγκελλος Μελέτιος Φραγκίσκος από την Αρεόπολη και η Μανιάτισσα χήρα Σταυριάνα Σάββαινα, η οποία στη διάρκεια της μάχης μετεκινείτο από ταμπούρι σε ταμπούρι και μοίραζε φυσέκια στους στρατιώτες. Αναφέρεται επίσης σε πιστοποιητικό που της χορήγησε ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης ότι: "...καθώς δεν έλλειψε και εις του Βαλτετσίου τον πόλεμον μαχομένη γενναιότατα δια την πατρίδα, σκοτώνοντας με το χέρι της δύο εχθρούς...". Στο επόμενο ταμπούρι οχυρώθηκαν ο Ηλίας Μαυρομιχάλης με τον Ηλία και το Νικήτα Φλέσσα από την Πολιανή, αδελφούς του Παπαφλέσσα, με 250 άνδρες. Σε ένα βορεινό ταμπούρι κλείστηκε ο Ιωάννης Μαυρομιχάλης με τον Αναγνώστη Οικονομόπουλο από το Κουρτσαούση (Σπερχογεία), τον Παναγιώτη Κεφάλα από το Δυρράχη, τον παλαιό κλέφτη Γερο-Μήτρο Πέτροβα από τη Γαράντζα - που χαρακτηρίζεται ως το καλύτερο τουφέκι της Μεσσηνίας - το Δημήτριο Παπατσώνη από το Ναζίρι της Μεσηνίας και τον Αθανάσιο Σιώρη με τους Κατριβάνους από το Ίσαρι της Αρκαδίας με 330 άνδρες. Στην εκκλησία οχυρώθηκε ο Ιωάννης Κατσανός με Μανιάτες και οι Μπουραίοι από τους Κωνσταντίνους με 70 άνδρες. Στο πιο απομακρυσμένο ταμπούρι, πιθανώς το δυτικό, κλείστηκε ο Ηλίας Τσαλαφατίνος με Μανιάτες και 75 Λεονταρίτες, που τότε η πατρίδα τους υπαγόταν στη Μεσσηνία.

Ο Κανέλλος Δεληγιάννης αναφέρει στα Απομνημονεύματά του:

« Ό Κιαχαγιάμπεης, Κιαμίλμπεης και Δευτέρ Κιαχαγιάς έξεστράτευσαν επίτηδες διά τό Βαλτέτζι, γνωρίζοντες οί αυτόχθονες Τούρκοι ότι, άν δυνηθούν και διαλύσουν αυτό, τότε άποδειλιούν τά άλλα και ευκόλως δύνανται να προχωρήσουν συσσωματωμένοι είς άπασαν την Πελοπόννησον, να την υποτάξουν».

Στις 12 Μαίου, ο Κεχαγιάμπεης μαζί με 12000 Τουρκαλβανούς ξεκινά για να ξαναχτυπήσει το Βαλτέτσι. Αυτή είναι η δεύτερη φάση της ιστορικής μάχης. Σήμανε συναγερμός και ευθύς ο Κολοκοτρώνης με άλλους οπλαρχηγούς κατευθύνονται προς το Βαλτέτσι. Οι Τούρκοι υπό τις διαταγές του Ρουμπή ζητούν την παράδοση των Ελλήνων, αυτοί όμως αρνούνται και η μάχη αρχίζει. Ο Ρουμπής καταφέρνει να κυκλώσει τις θέσεις των Ελλήνων αποκόπτοντας τόσο την μεταξύ τους επικοινωνία όσο και την πρόσβαση τους στις πηγές νερού. Παρόλα αυτά δεν καταφέρνει να νικήσει και ζητά ενισχύσεις από τον Κεχαγιάμπεη. Την στιγμή εκείνη φθάνει ο Κολοκοτρώνης από το Χρυσοβίτσι με 700 άνδρες και πλαγιοκοπεί με επιτυχία τους Τούρκους. Ο Ρουμπής, ενώ ήταν έτοιμος να υποχωρήσει δέχεται την ενίσχυση του Κεχαγιάμπεη, και έτσι η μάχη αποκτά δύο μέτωπα. Αλλά και από την μεριά των Ελλήνων φθάνει δεύτερο κύμα ενισχύσεων από τον Πλαπούτα και η μάχη συνεχίζεται πεισματικά και από τα δύο μέρη, χωρίς κανείς να αφήνει τις θέσεις του ούτε καν κατά την διάρκεια της νυκτός, απεναντίας συνεχίσθη και την επομένη.

Χαρακτηριστική είναι η σύσσωμη υποστήριξη του λαού καθώς περιγράφει ο Γέρος του Μοριά :

 «Οι Έλληνες μόνοι των άλεθαν, εζύμωναν, έψηναν το ψωμί και το έφερναν με τα ζώα των εις το Στρατόπεδο. Είχαμε φούρνο εθνικόν εις την Πιάνα, Αλωνίσταινα, Βυτίνα, Μαγούλιανα, Δημητσάνα, Στεμνίτσα. Πρόβατα μας έφερναν πότε από τα 30, πότε από τα 40 και τα έδιδαν με ευχαρίστησι τους. Μπαρούτι μας έδινε η Δημητσάνα, του μπαρουτιού την υπόθεσι την είχαν πάρει επάνω τους τα αδέλφια Σπηλιωτόπουλοι, οι Σπετσιώτες και οι Υδραίοι μας έστελναν και πολεμοφόδια και πετζιά για τζαρούχια».

Τα χαράματα η μάχη ξαναρχίζει. Το σφυροκόπημα κράτησε ένα εικοσιτετράωρο. Τελικά ο Ρουμπής, βλέποντας ότι κινδυνεύει να περικυκλωθεί διατάζει υποχώρηση ενώ ο Κολοκοτρώνης προτρέπει τους Έλληνες να τους καταδιώξουν. «Έλληνες, οι Τούρκοι θα φύγουν, ριχτείτε επάνω τους». Οι τουρκικές δυνάμεις πετάνε μέχρι και τα όπλα τους για να τους καθυστερήσουν. Ο Κολοκοτρώνης παρακολουθώντας το κυνηγητό των Τούρκων, βλέπει ότι πλησιάζουν στον κάμπο όπου κινδυνεύουν από το εχθρικό ιππικό, και φωνάζει δυνατά: "Έλληνες, γυρίστε πίσω, αφήστε Τούρκους για να 'χουμε να σκοτώσουμε κι άλλη μέρα".

Μετά από 23 ώρες μάχης η νίκη των Ελλήνων ήταν συντριπτική. Οι Τούρκοι υπέστησαν βαρύτατες απώλειες ενώ οι Έλληνες ελάχιστες.

Τρίτη 8 Μαΐου 2012

Μανώλης Καλομοίρης

Έτος Μανώλη Καλομοίρη ανακηρύχθηκε το 2012, με σειρά εκδηλώσεων που τελούν υπό την αιγίδα του υπουργείου Πολιτισμού αφιερωμένων στον μεγάλο Έλληνα μουσουργό και συνθέτη, με την συμπλήρωση 50 χρόνων από τον θάνατό του. Και όμως, οι αναφορές στον μεγάλο συνθέτη στην ανελλήνιστη σημερινή παιδεία είναι ελάχιστες, και έτσι παραμένει άγνωστος στην πλειοψηφία των Ελλήνων.

Γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1883 από γονείς καταγόμενους από την Σάμο. Σε νεαρή ηλικία βρέθηκε στην Αθήνα όπου μαζί με τις γυμνασιακές του σπουδές ξεκίνησε και συστηματικές σπουδές στο πιάνο. Το 1899 τον βρίσκει στην Κωνσταντινούπολη όπου τελειώνει το γυμνάσιο. Μετά από μια μικρή σύγκρουση με την οικογένειά του, καθώς η μητέρα του τον προόριζε για γιατρό, φεύγει για την Βιέννη όπου σπουδάζει πιάνο και ανώτερα θεωρητικά. Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του και τον γάμο του με την Χαρίκλεια Παπαμόσχου (με την οποία θα αποκτήσει τρία παιδιά) πηγαίνει στο Χάρκοβο της Ρωσίας (1906-1910) όπου διδάσκει για ένα χρονικό διάστημα μέχρι να πάρει την απόφαση να εγκατασταθεί για πάντα στην Ελλάδα το 1910. Ο κορυφαίος μουσουργός πεθαίνει στην Αθήνα, το 1962, στο Στρατιωτικό Ναυτικό Νοσοκομείο. H κηδεία γίνεται δημοσία δαπάνη, στη Μητρόπολη Αθηνών και η ταφή στο A΄ Νεκροταφείο Αθηνών.

Η μουσική του σταδιοδρομία είναι πλούσια, καθώς και το έργο του. Η διαμονή του στο εξωτερικό θα τον φιλιώσει με τις τεχνικές συνθέσεως της Δύσης, ειδικότερα με αυτές των Γερμανών, Γάλλων, Ρώσων και Νορβηγών. Έθεσε βάσεις για συνεργασία και προώθηση της ελληνικής μουσικής σε Γαλλία, Γερμανία, Ρουμανία, Αλεξάνδρεια. Εκτός από συναυλίες παρέδιδε και διαλέξεις. Όταν εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Ελλάδα διορίζεται καθηγητής πιάνου και ανώτερων θεωρητικών στο Ωδείο Αθηνών. Επιδιώκει να εγκαθιδρύσει μια εθνική μουσική, βασισμένη στην σύνθεση της αγνής μουσικής παραδόσεως με το συγκερασμένο ευρωπαϊκό σύστημα. Σκοπός του ήταν η δημιουργία μιας "εθνικής σχολής" στα πρότυπα αναλόγων κινημάτων από άλλες χώρες, η οποία θα συνδύαζε τον γερμανικό ρομαντισμό με ελληνικά μοτίβα. Παράλληλα, κατηγορούσε την Επτανησιακή Σχολή για "ιταλισμό" και για χρήση μη ελληνικών θεμάτων, δημιουργώντας ρήξη μεταξύ της Εθνικής και της Επτανησιακής Σχολής. Ακολούθησε μια πλούσια περίοδος μουσικής δημιουργίας όπου ο Καλομοίρης αντλεί τις εμπνεύσεις του από την δημοτική νεοελληνική ποίηση, κυρίως αυτή του Κωστή Παλαμά. Το 1919 ίδρυσε το Ελληνικό Ωδείο(πολλές φορές παρέχοντας ο ίδιος δίδακτρα) που διηύθυνε μέχρι το 1926, όταν ίδρυσε το Εθνικό Ωδείο όπου διετέλεσε διευθυντής μέχρι το τέλος σχεδόν της ζωής του. Επίσης το 1919 διορίσθηκε γενικός Επιθεωρητής, Αρχιμουσικός, σε όλες τις στρατιωτικές μπάντες Αθηνών. Από τότε, όμως, παράλληλα με τη συνθετική του εργασία αναπτύσσει ένα τεράστιο παιδαγωγικό έργο σφραγίζοντας κάθε πτυχή της μουσικής ζωής του τόπου. Δέχτηκε πολλούς τίτλους και βραβεία μεταξύ των οποίων και η εκλογή του ως πρόεδρος της Ένωσης Ελλήνων Μουσουργών, το Εθνικό Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών (1919), και η εκλογή του ως μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.

Έρχεται σ’ επαφή με μεγάλες πνευματικές προσωπικότητες της εποχής του, όπως ο Κωστής Παλαμάς, ο Άγγελος Σικελιανός και ο Νίκος Καζαντζάκης. Ορίζονται συμφωνικές συναυλίες με τα έργα του, όπου είναι παρόντες προσωπικότητες όπως ο Ελευθέριος Βενιζέλος και ο Ίων Δραγούμης. Το 1919 παίρνει μέρος στον Βαλκανικό Πόλεμο, όπου στο μέτωπο σχεδιάζει το δεύτερο μέρος της Συμφωνίας της Λεβεντιάς , «Το κοιμητήρι στην βουνοπλαγιά». Στην πρώτη εκτέλεση της Συμφωνίας της Λεβεντιάς στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού, με αφορμή τον εορτασμό για την απελευθέρωση της Σμύρνης από τον ελληνικό στρατό, ο βασιλιάς Αλέξανδρος συγκινημένος παρασύρει το κοινό και παρακολουθούν όλοι όρθιοι το φινάλε. Η Μικρασιατική καταστροφή, είναι γεγονός που επηρεάζει βαθύτατα τον Καλομοίρη.
Μεγάλος θαυμαστής του Βάγκνερ, επισκέφτηκε το Μπαϋρόυτ ύστερα από πρόσκληση των εγγονών του Ριχάρδου Βάγκνερ, εναποθέτοντας δάφνινο στεφάνι που πήρε μαζί του από την Αθήνα, στον τάφο του μεγάλου συνθέτη.
Ηγήθηκε στην κηδεία του Βενιζέλου (για τον οποίο έτρεφε εκτίμηση), παρά την απαγόρευση, του μουσικού αγήματος στην κηδεία και υποχρεώνεται από το Παλάτι σε παραίτηση από τη θέση του Γενικού Επιθεωρητή των Στρατιωτικών Μουσικών.
Σήμερα τον σύλλογο Καλομοίρη επιβλέπει η εγγονή του, Χαρά. Από το 1997 υλοποιείται κάθε χρόνο στη Σάμο τους μήνες Ιούλιο-Αύγουστο φεστιβάλ ελληνικής τέχνης ((μουσική, χορός, ποίηση και ζωγραφική), υπό την αιγίδα τριών υπουργείων και της τοπικής αυτοδιοίκησης της Σάμου. 
 

Τετάρτη 25 Απριλίου 2012

Whom the Moon a Nightsong Sings


Whom the Moon a Nightsong Sings
V/A
2010
Genre: Neo-folk


Cd 1:
1. Vàli - Hoestmelankoli
2. Empyrium - The Days Before The Fall
3. Nest - Summer Storm (acoustic)
4. Nebelung - Ich würd es hören
5. October Falls - Viima
6. Ainulindale - A Year Of Silence
7. Les Discrets - 5 Montee Des Epies
8. Les Discrets - Apres l'Ombre
9. Musk Ox - Solstice
10. Havnatt - Dagen Og Natta
11. Dornenreich - Dem Wind Geboren
12. Vàli - Haredans I Fjellheimen

Cd 2:
1. Nhor - Upon The Wind Its Wings Beat Sorrow Into The Stars
2. Ulver - Synen
3. Neun Welten - Pan
4. Tenhi - Kausienrant
5. Bauda - Ocaso (acoustic)
6. Orplid - Stille (Demo)
7. Nucleus Torn - Krähenkönigin III
8. Lönndom - Spranget Ur Ursprunget
9. Syven - How Fare The Gods?


Πέμπτη 19 Απριλίου 2012

190η Επέτειος του Ολοκαυτώματος Ναούσης

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΝΑΟΥΣΗΣ - 1822

Τον Φεβρουάριο του 1822, η Νάουσα και η ευρύτερη περιοχή βρίσκονται στο επίκεντρο μιας μεγάλης εξέγερσης στα πλαίσια της Ελληνικής Επαναστάσεως,η οποία ήδη είχε ξεσπάσει και σ' άλλες περιοχές. Μετά από μια ολόκληρη σειρά πολεμικών επιχειρήσεων των Ναουσαίων, με αρχηγούς τους Ζαφειράκη Θεοδοσίου και Τάσο Καρατάσιο, που είχαν στόχο την δημιουργία ελεύθερου επαναστατικού καθεστώτος στην περιοχή, η πόλη η ίδια πολιορκείται από τα στρατεύματα του Διοικητή της Θεσσαλονίκης Εμπού Λουμπούτ και πέφτει τελικά μπροστά στις πολυπληθέστερες δυνάμεις του εχθρού στις 22 Απριλίου, την Κυριακή του Θωμά, του ίδιου έτους.
Λεηλασίες, σφαγές και εξανδραποδισμοί του πληθυσμού, αλλά και απερίγραπτες σκηνές αυτοθυσίας και ηρωισμού από πλευράς Ναουσαίων, ακολούθησαν την πτώση αυτή. Αρκετές γυναίκες προτιμούν να σκοτωθούν πέφτοντας με τα παιδιά τους στ΄ αφρισμένα νερά του καταρράκτη της Αράπιτσας στους «Στουμπάνους», παρά να πέσουν στα χέρια των Τούρκων. Η πόλη καταστράφηκε και τα προνόμιά της αναιρέθηκαν. 
 Όμως η Νάουσα, δεν σβήστηκε, δεν πέθανε. Αναγεννήθηκε από την τέφρα της και μεγαλούργησε. Έξ ού και το σύμβολο του αγώνα, η σημαία με τον Φοίνικα να αναγεννάται από την τέφρα, με τη φράση «ΜΑΧΟΥ ΥΠΕΡ ΠΙΣΤΕΩΣ ΚΑΙ ΠΑΤΡΙΔΟΣ». 
Η πόλη της Νάουσας, σύμφωνα με βασιλικό διάταγμα του 1955, έχει τον τίτλο "ηρωική". Στο σημείο της θυσίας των γυναικών, στην περιοχή Στουμπάνοι δίπλα στο ποτάμι της Αράπιτσας, υπάρχει το χαρακτηριστικό μνημείο, με το άγαλμα της Ναουσαίας με τα παιδιά στην αγκαλιά της. Στον χώρο του μνημείου υπάρχει επιγραφή, η οποία αναφέρει : Διαβάτη, στάσου με ευλάβεια στη μνήμη των νεκρών. Μέσα στο βάραθρο που ξανοίγεται μπροστά σου, βρήκαν ένδοξο και ηρωικό θάνατο οι γυναίκες και τα παιδιά της Νάουσας, για την ελευθερία και την ανεξαρτησία του Ελληνικού έθνους, στις 22 Απριλίου 1822



ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ "ΕΠΕΤΕΙΟΥ" Η ΚΗΡΥΞΗ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΣΤΗ ΝΑΟΥΣΑ

Συγκεκριμένα, στις 19 Φεβρουαρίου 1822, ο Καρατάσος και ο Γάτσος με τα σώματά τους μπήκαν στην πόλη της Ναούσης, όπου συνάλαβαν και θανάτωσαν τον Διοικητή και τους λίγους Τούρκους στρατιώτες της φρουράς του. Η ανταρσία ήταν πλέον γεγονός. Ακολούθησε και η επίσημη κήρυξη της Επαναστάσεως στον ναό του Αγ. Δημητρίου, όπου πρόκριτοι, ένοπλοι και λαός συγκεντρώθηκαν αμέσως με πολύ ενθουσιασμό. Εκεί, εκφωνήθηκε πύρινος επαναστατικός λόγος από τον Ζαφειράκη, και αμέσως υψώθηκε η σημαία της Επαναστάσεως. Ακολούθησε η αναγόρευση των αρχηγών. Πολιτικός αρχηγός του κινήματος αναγορεύτηκε ο Ζαφειράκης και στρατιωτικός ο Γέρο Καρατάσος, ο οποίος διήρεσε αμέσως τους 5000 περίπου άντρες του σε τρία σώματα. Την διοίκηση του πρώτου ανέλαβε ο ίδιος, προσωπικώς, με υπαρχηγό τον δευτερότοκο γιό του Τσάμη, του δευτέρου την ανέθεσε στον Αγγ.Γάτσο και του τρίτου στον πρωτότοκο γιό του Γιαννάκη. Ο τελευταίος ορίστηκε συγχρόνως και και φρούραρχος της Ναούσης. Ο ολιγάριθμος αλλά αξιόμαχος αυτός στρατός στα χέρια γενναίων και εμπειροπόλεμων αρχηγών ήταν ικανός να αντιπαραταχθεί σε διπλάσιο και τριπλάσιο ακόμη αριθμό εχθρών, πράγμα που αποδείχθηκε στις συγκρούσεις των επόμενωνν ημερών. Το γεγονός της κηρύξεως της Επαναστάσεως στην Νάουσα η λαϊκή μούσα το τραγούδησε ως εξής : 

"Τρία πουλάκια κάθουνταν στης Νάουσας το Κάστρο
τ' ώνα τηράει τά Βοδενά, τ' άλλο τηράει τη Βέροια
τό τρίτο τό καλύτερο, μοιριολογάει καί λέει.
Πούναι τά πλούσια τά χωριά, πουν' τά Βασιλικά μας
μας τ' άκαψε ο Μπραϊμ Πασας ο τρισκαταραμένος.
Κλαιν' η γυναικες, τά παιδιά κλαιν κι' η νυφουλες
κλαιν' γιά τά παλικάρια μας γιά τούς καπετανέους.
Μήν κλαις κυρά αρχόντισσα, καί σύ καλή νυφούλα
προχθές επηρα μήνυμα από τόν Καρατάσσο
ότι βαρουσε τήν Τουρκιά αυτός κι ο Ζαφειράκης
κι' ο Γάτσος ο λεοντόκαρδος στης Νάουσας τά μέρη
τρομπέτες εβαρέσανε νά μαζωχθη τ' ασκέρι
τρεις χιλιάδες μάζωξαν οι δυό Καπετανέοι
κι' εκίνησαν κ' οι τρεις μαζύ τόν πόλεμο ν' αρχίσουν".


ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΝΑΟΥΣΑΣ

Στις 30 Μαρτίου 1822 ο Εμπού Λουμπούτ με 15000 άνδρες, ιππικό και 12 πυροβόλα, συνοδευόμενος και από σμήνη Αθιγγάνων και Εβραίων, εξεστράτευσε αυτοπροσώπως εναντίον της Ναούσης. Προτού, όμως, αρχίσει την πολιορκία της Ναούσης, ζήτησε, με αποσταλμένο του τον Ισούφ μπέη, από τους αρχηγούς των επαναστατών να καταθέσουν τα όπλα και τους υποσχέθηκε αμνηστεία, πλούτο και δόξα. Και έλεγε ότι προβαίνει σ' αυτές τις παραχωρήσεις, αν και είναι οργισμένος για την επίθεση της Βέροιας και την μάχη της Δοβράς επειδή δεν ήθελε να μεταβάλει τη πόλη, την αφιερωμένη στην μητέρα του Σουλτάνου, τον " κήπο της βασιλόμητορος" όπως την αποκαλούσε, σε ερείπια.
Οι αγέρωχοι, όμως, υπερασπιστές της Ναούσης έμειναν ασυγκίνητοι μπροστά στις δελεαστικές προτάσεις και απειλές. Χαρακτηριστική είναι η συνάντηση του Τούρκου απεσταλμένου με τον Γέρο Καρατάσο στις όχθες του Κουτίχα, όπου ο τελευταίος είχε το στρατόπεδο του. Ιδού πως την περιγράφει ο Στουγιαννάκης : "Μετά δυο ώρας ήλθε ο έμπιστος του στρατάρχου Ισούφ Βέης, ον υπεδέχθη ο Καρατάσιος φιλοφρονέστατα. Ο Ισούφ μετά τάς τυπικάς φιλοφρονήσεις εδήλωσεν εις τον Καρατάσιον τον σκοπόν της ελεύσεως του κατ' εντολήν του Στρατάρχου. Ο Καρατάσιος απήντησε λοσα προηγουμένως μετά του Ζαφειράκη είχον συμφωνήσει. Εκείνος δεν απεθερρύνθη, αλλ' απεπειράθη δια κολακειών και υπόσχέσεων πλούτου και δόξης εις τον πενήντα Έλληνα στρατιώτην να πείση αυτόν να παραιτηθή της επαναστάσεως και να υπηρετήση τον Σουλτάνο. Ο Καρατάσιος απορρίψας ατάραχως τας δελεαστικάς προτάσεις διέταξε δέκα καλά παλληκάρια να συνοδεύσωσιν ασφαλώς τον Ισούφ Βέην πορευόμενος ήδη προς τον άρχοντα της Ναούσης.Χαιρετίσας δε ευγενώς κατά το σύστημα των Τούρκων εξαγωγών τεμάχιον άρτου και μειδιών εκάλεσαν αυτόν με το "μπούγιουρουν' να γευματίσωσι και απαθώς ήρξατο να καταβροχθίζη αυτό ενώπιον του. Ο Πρεσβευτής εν προφανεί εξάρτησει εθεώρει τον αρχηγόν αρκούμενον εις τεμάχιον μόνον ξηρού και μέλανος άρτου. Μετ' όλιγον δε χαιρετίσας εκ δευτέρου και τρίτου, ίππευσε και διευθύνθη προς Νάουσαν μετά των ακολούθων του συνοδευόμενος υπό των δέκα παλληκαριών του Καρατάσιου".
Στην Νάουσα τον υπεδέχθηκε ο Γιαννάκης Καρατάσος, τον οποίο είχε διορίσει ο πατέρας του φρούραρχο της πόλεως με άμεση εξάρτηση από τον πολιτικό ηγέτη Ζαφειράκη. Ο Γιαννάκης οδήγησε τον Ισούφ μπέη στο Διοικητήριο και τον περιποιήθηκε. Μόλις όμως έμαθε ότι σκοπός του ερχομού του ήταν η πρόταση για την παράδοση της πόλεως, του είπε ότι δεν είναι αρμοδιος για ένα τόσο σοβαρό ζήτημα και ότι μπορεί να κάμη την πρόταση του στον άρχοντα Ζαφειράκη, τον οποίο περιμένει από στιγμή σε στιγμή. Όταν δε ήλθε ο Ζαφειράκης, αρνήθηκε κι αυτός να υποκύψη στην θέληση του Τούρκου στρατάρχου κι έτσι ο Ισούφ μπέης γύρισε άπρακτος στον αφέντη του.
Με την απόρριψη των προτάσεων φάνηκε πλέον καθαρά ότι οι επαναστάτες ήσαν αποφασισμένοι να αγωνισθούν. Γι'αυτό και ο Εμπού Λουμπούτ δεν εβράδυνε περισσσότερο και άρχισε αμέσως τις επιθέσεις εναντίον των οχυρωμένων γύρω από την Νάουσα Ελλήνων. Η πρώτη επίθεση έγινε στο πέρασμα του ποταμού Κουτίχα. Την θέση αυτή, όπως και την Παλιοκαλιά, την επιτηρούσε ο Γέρο Καρατάσος με τον γιό του Ζαφειράκη Φίλιππο. Οι επιθέσεις της πρώτης καιι της δεύτερης ημέρας συντρίφτηκαν εδώ και οι Τούρκοι στράφηκαν προς άλλη κατεύθυνση, αφού άφησαν ένα τμήμα του στρατού για αντιπερισπασμό.
Ο κεχαγιάς μπέης Μεχμέτ αγάς, ο οποίος ανέλαβε εν τω μεταξύ την επίθεση προχώρησε προς την Πλακένια Δραγασιά και το κοίλωμα του Ντότση Λάκκου, όπου φύλαγε ο Τσάμης Καρατάσος με δύο από τους αδελφούς Σιουγκαραίους και κατόρθωσε να αναχαιτήσει τους Τούρκους, ύστερα από σκληρό κλεφτοπόλεμο πίσω από βράχους και κορμούς δένδρων. Ένα σώμα όμως, το οποίο αποσπάσθηκε από τον κεχαγιά μπέη, παρέκαμψε την Γάστρα και κατόρθωσε, πολεμώντας αδιάκοπα, να φθάση στα Ισβόρια. Ένα άλλο κατευθύνθηκε προς την Καραγίδα, αλλά κι αυτό αποκρούσθηκε από τους αδελφούς Σιουγκαραίους.
Το απόγευμα όλα τα τουρκικά σώματα με σοβαρές απώλειες αναγκάσθηκαν να επιστρέψουν κοντά στον κεχαγιά μπέη. Κατά την δεύτερη αυτή ημέρα των μαχών δικρίθηκε κυρίως ο Τσάμης Καρατάσος, τόσο για την προσωπική του ανδρεία , όσο και για την μεθοδικότητα της διευθύνσεως του αγώνος. Ακολούθησε τριήμερη διακοπή του αγώνος.[....]


Η δεύτερη επίθεση άρχισε από τέσσερα σημεία συγχρόνως .Αντικειμενικός σκοπός των Τούρκων ήταν να διασπάσουν και να διασκορπίσουν τους έξω από την πόλη επαναστάτες.Ο Μουσταφάς μπέης ο Μελενοίκιος με ισχυρό σώμα πεζικού διατάχθηκε να παρακάμψει την Ρουντίνα, να καταλάβει την θέση Κουκουλίου και Αχυρώνων, να εκδιώξει από εκεί τον Αγγ.Γάτσο και μετά να κατευθύνθεί προς την πόλη και μάλιστα στον βορειοδυτικό της βρισκόμενο Αγ.Αθανάσιο. Ο κεχαγιάς μπέης Μεχμέτ αγάς, αφού πάρει μαζί του και τα τηλεβόλα, να καταλάβει την Γάστρα, να εκδιώξει τους φρουρούς του Γυμνόβου και της Πλακέντια Δραγασιάς και από τους δρόμους αυτούς να προωθηθεί μέχρι τις πύλες του Αγίου Γεωργίου και του Κιοσκιού, ενώ το πυροβολικό θα βομβαρδίσει την πόλη από το ύψωμα της Γάστρας. Ο Ταχήρ μπέης με ισχυρό σώμα πεζικού να περάσει από το Μεσοδένδρι, ανατολικά των Ισβορίων, ή από την Κάτω Σμίξη και δια του Γαλατσιάνου να προχωρήσει και να καταλάβει τις γύρω από τον Μοναχό Πλάτανο θέσεις, οι οποίες εδέσποζαν στις πύλες του Κιοσκιού και της Γέφυρας. Τέλος ο Εμπού Λουμπούτ ανέλαβε αυτοπροσώπως την επίθεση εναντίον της παρατάξεως του Γέρο Καρατάσου στον Κουτίχα και την Παλιοκαλιά, όπου και το στρατηγείο των επαναστατών.
Όλες αυτές οι επιθέσεις, οι οποίες είχαν καλά μελετηθεί και σχεδιασθεί κατά την διάρκεια του πολεμικού συμβουλίου τις προηγούμενες ημέρες, κατά την εφαρμογή τους δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα.[...]Όσο για τον Εμπού Λουμπούτ κι αυτός δεν στάθηκε τυχερότερος από τους άλλους. Η αναμέτρηση του με τον Γέρο Καρατάσο ήταν άγρια και αιματηρή. Μετά δε, από αλλεπάλληλες επιθέσεις, τις οποίες απέκρουσαν με ηρωϊσμό απαράμιλλο οι αμυνόμενοι Έλληνες, με σημαντικές απώλειες και πληγωμένη την φιλοτιμία του εγκατέλειψε τον αγώνα. Την τρίτη επίθεση την άρχισε, αφού ενίσχυσε το πυροβολικό του. Και πάλι η επιχείρηση έγινε από τέσσερα σημεία, ενώ οι θέσεις των επαναστατών δέχονταν σφοδρό βομβαρδισμό.Ο Γερό Καρατάσος κατά το διάστημα αυτό έκαμε μία έφοδο από το μοναστήρι του Αγ.Θεολόγου και άλλη μία ο Γιαννάκης Καρατάσος από τα Αλώνια. Δεν πέτυχαν όμως κανένα σοβαρό αποτέλεσμα, εκτός από μια μικρή ανακούφιση που προσέφεραν στους πολιορκημένους.
Η τύχη της Νάουσας είχε πλέον κριθεί .Ούτε η αποφασιστικότης ούτε ο ηρωϊσμός, ούτε η πολεμική εμπειρία και η ικανότητα των επαναστατών μπορούσαν να αποτρέψουν το μοιραίο.Ο Εμπού Λουμπούτ, ενισχυμένος πραγματοποιεί εισβολή στην πόλη ύστερα από αλλεπάλληλες εφόδους και παρά την ηρωική αντίσταση της, θα υποκύψει τελικά στην δύναμη των 12.000 ανδρών του πασά στις 22 Απριλίου 1822, Κυριακή του Θωμά. Ακολουθεί η καταστροφή της πόλης, λεηλασίες, εμπρησμοί, σφαγές και διωγμοί του πληθυσμού.
«Πέτρα στην πέτρα να μη μείνει και ούτε φωνή αλέκτορος να μην ακουστεί». Αυτή ήταν η σκληρή εντολή του Σουλτάνου, που με απίστευτη μανία και απερίγραπτες θηριωδίες εκτέλεσε ο στρατός του, και έμεινε στην ιστορία ως το Ολοκαύτωμα της Νάουσας.
Η περιγραφή του Ευστάθιου Στουγιαννάκη είναι χαρακτηριστική : «Στην Νάουσα, ακολούθησαν σκηνές φρίκης και τρόμου, τις οποίες αδυνατούμε να περιγράψουμε για το μέγεθος και τον πόνο ψυχής που προκαλούν. Ο στρατάρχης και ο Κεχαγιάς μπέης, περιήλθαν τα διάφορα μέρη όπου συνέβησαν οι συγκρούσεις και όταν αντελήφθησαν την μεγάλη φθορά του στρατού τους, εξοργίστηκαν και διέταξαν την τακτική σφαγή στο Κιόσκι όλων των ανδρών από 15 μέχρι 65 ετών. Η αποτρόπαιος διαταγή του αιμοβόρου στρατάρχη εκτελέστηκε πιστά. Σε 1.241 ανέρχονται αυτοί που καρατομήθηκαν τότε, στην Νάουσα. Αυτοί που οδηγούνταν στον θάνατο, τους ρωτούσαν πρώτα το όνομα, την ηλικία και το επάγγελμα, και αν έχουν ή γνωρίζουν κάπου για κρυμμένα χρήματα ή πράγματα, και τέλος αν αποδέχονται τον ισλαμισμό. Με την άρνησή τους, παραδίδονταν αμέσως στους δήμιους, οι οποίοι τους απογύμνωναν και τους αποκεφάλιζαν ενώπιον του στρατάρχη που απολάμβανε το θέαμα. Αποκεφαλίστηκαν ένας-ένας. Κι όπως λέει η παράδοση, ο Τούρκος δήμιος δεν θα σταματούμε, εάν ένας εκ των αποκεφαλισθέντων, Νικόλαος Κοκοβίτης, ράφτης στο επάγγελμα, δεν περπατούσε μερικά βήματα ακέφαλος.
Αρκετές γυναίκες προτιμούν να σκοτωθούν πέφτοντας με τα παιδιά τους στ' αφρισμένα νερά του καταρράκτη της Αράπιτσας στους "Στουμπάνους" για να μη πέσουν στα χέρια των Τούρκων».

Η ΘΥΣΙΑ ΤΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΣΤΗΝ ΑΡΑΠΙΤΣΑ

Ένα μεγάλο μέρος από νεαρές γυναίκες και κορίτσια της Ναούσης, είχαν συγκεντρωθεί κοντά στη γέφυρα της Αράπιτσας, στην τοποθεσία «Στουμπάνους» όπως είναι γνωστή στην Νάουσα, και με απόγνωση προσπαθούσαν να βρουν τρόπο διαφυγής, μα έγιναν δυστυχώς αντιληπτές απ’ τους τούρκους και κυκλώθηκαν στον ομώνυμο καταρράχτη. Στο μέρος αυτό, εγράφη μια σελίδα επική, άξια των ηρωικών τέκνων της Ναούσης και από τις σπάνιες στην ιστορία των ελευθέρων λαών.
Αντί της ατιμώσεως και του εξισλαμισμού οι μητέρες και οι αδελφές των πολεμιστών, προτίμησαν τον τραγικό μεν αλλά ενδοξότερο και ηρωικότερο θάνατο. Μη επιθυμούσαι ν' αφήσουν τα μικρά τους παιδιά στα χέρια των κατακτητών για να μεταβληθούν σε λίγα χρόνια σε χριστιανομάχους γενιτσάρους, κατεκρημνίσθησαν στ’ απότομο και βαθύτατο βάραθρο του καταρράκτη και σκοτώθηκαν όλες, κληροδότησαν όμως με τον τραγικώς μεγαλειώδη και ομαδικό αυτό θάνατο, αθάνατη δόξα στην πατρίδα τους και τον θαυμασμό και την ευγνωμοσύνη του Ελληνικού Έθνους.
Ο ιστορικός ερευνητής στο φωτεινό αυτό παράδειγμα της μεγάλης πατριωτικής αρετής και του ψυχικού μεγαλείου των γυναικών της Ναούσης, στέκεται με κατάνυξη και γονατίζει με ευλάβεια μπροστά στην δραματική αυτή αυτοθυσία. Καμμιά δεν λιποψύχησε, καμμιά δεν έδειξε δειλία. Φάνηκαν όλες αντάξιες γυναίκες και αδελφές των άλλων ηρώων της μαρτυρικής αυτής πόλεως, και στέκονται δίπλα στην ίδια βαθμίδα μαζί με τις Σουλιώτισσες του Ζαλόγγου και η μνήμη τους θα δοξάζεται ενόσω στον κόσμο αυτόν θα λατρεύωνται οι αιώνιες αρετές μιας γενιάς πλούσιας σε ψυχικές και πατριωτικές εκδηλώσεις. Έκλεισαν μέσα τους την τιμή και την δόξα του Ελληνικού έθνους.

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΗΡΩΕΣ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΤΗΣ ΝΑΟΥΣΑΣ

Ζαφειράκης Θεοδοσίου
Ο Ζαφειράκης Θεοδοσίου Λογοθέτης(1773-1822). Στην εξέγερση της περιοχής το 1806 φυλακίστηκε από τον Αλή πασά, αλλά αποφυλακίστηκε και παρέμεινε στην αυλή του Αλή. Στην συνέχεια μυήθηκε στην Φιλική Εταιρεία και επέστρεψε στην Νάουσα. Ο Ζαφειράκης ήταν ο πολιτικός αρχηγός κατά την κρίσιμη περίοδο της επανάστασης της Νάουσας το 1822, μαζί με τον Καρατάσιο και τον Γάτσο. Με την έναρξη της επαναστάσεως ο γιος του, που ήταν όμηρος στα Γιάννενα, δολοφονήθηκε από τον Χουρσίτ πασά. Μετά την καταστολή της εξεγέρσεως από τα στρατεύματα των Τούρκων ο Ζαφειράκης διέφυγε στα βουνά της περιοχής συνεχίζοντας τον αγώνα. Σκοτώθηκε μαζί με άλλους 25 πιστούς συντρόφους του από τους Τούρκους, ενώ η γυναίκα του θανατώθηκε με φρικτά βασανιστήρια, και άλλος ένας γιος του δολοφονήθηκε από τον Εμπού Λουμπούτ πασά της Θεσσαλονίκης, όπου είχε κρατηθεί ως όμηρος. Η τραγική ιστορία της οικογένειας Ζαφειράκη είναι μια τυπική περίπτωση του ηρωικού αγώνα των Ελλήνων οπλαρχηγών και προκρίτων στην περίοδο του 1821.
 
Τάσος Καρατάσιος (1764-1830).
Αγωνιστής του 1821, γεννημένος στην Δοβρά Βέροιας. Εντάχθηκε στην ομάδα του καπετάν Ρομφέη αρχικά και αργότερα αγωνίστηκε στη Σερβία κοντά στον Γεωργάκη Ολύμπιο και τον Νικοτσάρα και στην περιοχή του Αιγαίου με τον Σταθά. Το 1818 μυήθηκε στην Φιλική Εταιρεία και μαζί με τον Ζαφειράκη και τον Γάτσο σχημάτισαν την αρχηγία της Επανάστασης του 1821 στην περιοχή της Μακεδονίας. Όταν κηρύχθηκε η Επανάσταση στην Νάουσα, ο Τάσος Καρατάσιος βρισκόταν επικεφαλής των ελληνικών δυνάμεων. Στην διάρκεια της εξέγερσης και της πολιορκίας της Νάουσας επέδειξε χαρακτηριστικό θάρρος, αλλά και ευστροφία στην διαχείριση της εξέγερσης. Μετά την καταστροφή της Νάουσας από τον Εμπού Λουμπούτ πασά τον Απρίλιο του 1822 ο Καρατάσιος σχημάτισε ένοπλο σώμα με τους γιούς του και τον Γάτσο και συνέχισε τον αγώνα στη νότια Ελλάδα, πολεμώντας σε πολλές περιοχές της επαναστατημένης Ελλάδος. Χαρακτηριστικό του κατόρθωμα, η νίκη του επί του Ιμπραήμ στον Σχοινόλακκα, που ήταν και η πρώτη των Ελλήνων επί του Ιμπραήμ. Η γυναίκα του μαρτύρησε στην Θεσσαλονίκη αφού βασανίστηκε φριχτά από τους Τούρκους (μέσα σε ένα τσουβάλι με φίδια) το 1822. Ο Τάσος Καρατάσιος πέθανε στη Ναύπακτο.


Αγγελής Γάτσος (1756-1843).
Μακεδόνας οπλαρχηγός, καταγόμενος από την Έδεσσα. Εγινε αρματωλός στην περιοχή του Ολύμπου, αλλά από τα τέλη ακόμη του 18ου αιώνα ήρθε σε σύγκρουση με τον Αλή πασά των Ιωαννίνων, ο οποίος επεδίωξε συστηματικά την εξόντωση του. Η εξέγερση της Χαλκιδικής το 1821 οδήγησε τους Τούρκους στην απόφαση να συλλάβουν ομήρους από την Νάουσα και τα Βοδενά. Η περιοχή τότε εξεγέρθηκε με επικεφαλής τους Καρατάσιους, τον Γάτσο και τον Ζαφειράκη, με αποτέλεσμα όμως την καταστολή της εξεγέρσεως και την λεηλασία της Νάουσας το 1822. Η οικογένεια του Γάτσου, η γυναίκα του και τα πέντε παιδιά του αιχμαλωτίστηκαν, ενώ ο ίδιος διέφυγε στην Δυτική Στερεά, συνεχίζοντας τον αγώνα. Πήρε μέρος στην μάχη του Πέτα, στην καταστροφή του Δράμαλη και σε πολλές μάχες στην Πελοπόννησο, κοντά στον Κολοκοτρώνη και τον Ανδρούτσο. Το 1826 έφτασε στην Εύβοια όπου συγκρότησε δικό του σώμα και προσπάθησε να καταλάβει την Αταλάντη και αργότερα το Τρίκερι στη Μαγνησία. Πέθανε στην Αταλάντη φτωχός και ξεχασμένος, σε ηλικία 87 ετών. 

Δημήτριος ή Τσάμης Καρατάσος
Ο Δημήτριος ή Τσάμης Καρατάσος (1798-1861). Αγωνιστής του 1821, γιος του Τάσου Καρατάσιου , γεννημένος στο Διχαλεύρι Νάουσας Νάουσας. Στην περίοδο της αντιβασιλείας φυλακίστηκε μαζί με τον Κολοκοτρώνη και τον Πλαπούτα στο Ναύπλιο. Συμμετείχε στην επανάσταση της Θεσσαλίας το 1839, εκλέχτηκε βουλευτής το 1843 και διορίστηκε υπασπιστής του Όθωνα το 1844. Το 1854 κήρυξε την επανάσταση της Χαλκιδικής, χωρίς όμως επιτυχία. Διορίστηκε επιθεωρητής Πελοποννήσου και το 1859 έφυγε στην Ιταλία συμμετέχοντας στον απελευθερωτικό της αγώνα. Στην συνέχεια όργωσε την Ευρώπη για να πετύχει αντιοθωμανική κίνηση και προσπάθησε να ενώσει τους βαλκανικούς λαούς. Πέθανε στο Βελιγράδι.

Επιμέλεια: Αθηναΐς


Με επισημότητα και αξιόλογες εκδηλώσεις θα εορταστεί την Κυριακή 22 Απριλίου η 190η Επέτειος του Ολοκαυτώματος. Στο πλαίσιο εορτασμού της ιστορικής επετείου, ο Δήμος Νάουσας έχει προγραμματίσει εκδηλώσεις, οι οποίες θα ξεκινήσουν από την Τετάρτη (18/4) και θα κορυφωθούν την Κυριακή (22/4). Αναλυτικά το πρόγραμμα των εκδηλώσεων έχει ως εξής:

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΕΚΔΗΛΩΣΕΩΝ:

Τετάρτη 18 Απριλίου, ώρα 20:00, αίθουσα εκδηλώσεων «Εστία Μουσών»: Ομιλία με θέμα «Οι Βλάχοι της Νάουσας το 1821». Εκδήλωση του Συλλόγου Βλάχων Νάουσας με ομιλητή τον συγγραφέα-ερευνητή κ. Αστέριο Κουκούδη.

Πέμπτη 19 Απριλίου 2012, ώρα 21:00, αίθουσα εκδηλώσεων «Εστία Μουσών»: «Ο χαλασμός της Νάουσας 1822 μ.Χ., ελληνική ραψωδία». Τιμητική εκδήλωση-αφιέρωμα στον διακεκριμένο ποιητή κ. Δημήτρη Ι. Μπρούχο για την πνευματική προσφορά του στην πόλη της Νάουσας, με την ευκαιρία συμπλήρωσης 35 χρόνων προσφοράς στην τέχνη και τον πολιτισμό. Τις απαγγελίες θα μοιραστούν ηθοποιοί και ο ίδιος ο ποιητής, ενώ μονωδίες θα αποδώσουν ο κ. Κώστας Πατσιάς και η κ. Ελένη Αντωνιάδου. Στο πιάνο θα συνοδεύσει ο κ. Δημήτρης Παρόλας.

Παρασκευή 20 Απριλίου, ώρα 21:00, Δημοτικό Θέατρο: Συναυλία ελληνικής μουσικής του Φιλανθρωπικού Σωματείου Νάουσας «Ελπίδα». Συμμετέχει η Χορωδία του ΟΤΕ Θεσσαλονίκης, με μαέστρο τον κ. Γιάννη Τσαουσίδη, στο Τραγούδι ο κ. Κώστας Πατσιάς.

Σάββατο 21 Απριλίου 2012, ώρα 17:30 Δημοτικό Στάδιο Νάουσας: «10ος Δρόμος Θυσίας». Αθλητικός αγώνας δρόμου αθλητών και πολιτών όλων των ηλικιών. Η εκκίνηση του αγώνα θα δοθεί στις 17:30 από το Δημοτικό Στάδιο Νάουσας. Δικαίωμα συμμετοχής στο «Δρόμο Θυσίας» έχουν όλοι οι πολίτες κάθε ηλικία, αθλητές και μη. Οι διαδρομές είναι δύο. Η πρώτη έχει μήκος 1000μ. (εντός του Δημοτικού Σταδίου) και είναι για παιδιά μέχρι 12 ετών. Η δεύτερη έχει μήκος 5.500μ., είναι η κλασική διαδρομή που διέρχεται από κεντρικά σημεία, ιστορικούς χώρους, παραδοσιακές γειτονιές και αξιοθέατα της πόλης (Χώρος Θυσίας, Υπαπαντή, «Μπατάνια», Διοικητήριο, Πλ. Καρατάσου, Ρολόι, «Αλώνια», «Φόρος», Μεγ. Αλεξάνδρου κλπ) και θα συμμετέχουν αθλητές και μη, ηλικίας από 13 έως 61 ετών και άνω. Σε όλους τους συμμετέχοντες θα δοθούν αναμνηστικά διπλώματα και μπλουζάκια. Στον πρώτο νικητή-νικήτρια κάθε κατηγορίας θα απονεμηθεί κύπελλο και στους τρεις πρώτους νικητές-τριες κάθε κατηγορίας θα απονεμηθούν μετάλλια.
21:00 Δημοτικό Θέατρο: «Και αλέκτωρ δεν ελάλησε», επετειακή παράσταση του Λυκείου Ελληνίδων Νάουσας.

Κυριακή 22 Απριλίου 2012
07:00 Πανηγυρικές κωδωνοκρουσίες-Εωθινός-Έπαρση Σημαίας στο Ηρώο της πόλης. Συμμετοχή της Φιλαρμονικής Εταιρείας Νάουσας
10:30 Ιερός Ναός Μεταμορφώσεως του Σωτήρος. Δοξολογία, χοροστατούντος του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Βεροίας και Ναούσης κ.κ Παντελεήμονος
11:15 Τρισάγιο στο χώρο Θυσίας. Εκφώνηση του Πανηγυρικού της Ημέρας. Ρίψη στεφάνου. Ενός λεπτού σιγή. Εθνικός ύμνος.
12:00 Σε πρώτη εκτέλεση ερμηνεία του εμβατηρίου για το Ολοκαύτωμα της Νάουσας στο πλακόστρωτο του Δημοτικού Πάρκου. Συμμετέχουν η Φιλαρμονική Εταιρεία Ναούσης και η Δημοτική Φιλαρμονική Λαμίας.
12:30 Παρέλαση πολιτιστικών συλλόγων, μαθητών και στρατιωτικών τμημάτων στο χώρο μπροστά από το Ηρώο της πόλης.
19:00 Υποστολή της σημαίας

Δευτέρα 9 Απριλίου 2012

Ακριτικά Τραγούδια Ι

Μά, ανάμεσ' από Δύση
 κι απ' Ανατολή, 
ο Ακρίτας στέκει ο Έλληνας 
καί στεί γιοφύρι μ' άστρα...
                                            Άγγελος Σικελιανός


Μια τυπική μάχη Ακριτών - Δ. Σκουρτέλης

Τα ακριτικά μας τραγούδια είναι το πρώτο φωτεινό ορόσημο της νεοελληνικής γραμματείας. Από αυτά αρχίζει και η ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας μας, διότι σ' αυτά φαίνεται καθαρά πως η δημώδης γλώσσα, όπως ονομάτιζαν τότε τη δημοτική, κάνει αισθητή και ουσιαστική την παρουσία της και τα έργα που γράφονται σ' αυτή απηχούν λαϊκές επιζήσεις, αντίθετα με το μεσαιωνικό πνεύμα και την θρησκοληψία που επικρατούσαν. [...]
Εκτός από την γλώσσα συνετέλεσαν στο να θεωρηθούν τα ακριτικά τραγούδια ως θεμέλιο της νεοελληνικής λογοτεχνίας μας και άλλοι παράγοντες. Και πρώτα η αποκάλυψη σ' αυτά της εθνικής συνείδησης (1000-1204), φαινόμενο που την ίδια εποχή, τόν 10ο αιώνα, συμβαίνει και σ' άλλους λαούς. Για τούτο όπως δημιουργήθηκε στο Μεσαιωνικό Ελληνισμό το έπος του Διγενή Ακρίτα, έτσι δημιουργήθηκαν και σε άλλους λαούς ανάλογα έπη, όπως το "Τραγούδι του Ρολάνδου" των Γάλλων, το "Νιμπελούγκεν" των Γερμανών, το "Τραγούδι του Σιν" των Ισπανών, κ.α.
Το πνεύμα του Ελληνισμού, που χρόνια είχε χάσει τον εαυτό του κάτω από το ζυγό των Ρωμαίων και τον φανατισμό του καλογερισμού, αναθάλλει, συνειδητοποιείται και βρίσκει την φυσική του ροή παρά τα τεράστια εμπόδια και τις παροχετεύσεις που υφίσταται. Η ελληνική συνείδηση ξυπνάει από βαθύ λήθαργο και πορεύεται στο δρόμο της. 
Ο παραγκωνισμένο λαός, που ήταν η άμορφη μάζα που κατευθυνόταν από τους τυράννους και τους παντός τύπου δικτάτορες, αποκτά, έστω και αμυδρά, πολιτική συνιδηση και παίρνει ενεργότερο ρόλο στην διαμόρφωση της ζωής του. Ο Πτωχοπρόδρομος στηλιτεύει τον ανώτερο κλήρο που ζει στην κραιπάλη και τα συμπόσια. Άλλοι συγγραφείς στρέφονται πρός τα αρχαία γράμματα. 
Όλα αυτά και όσα ξέχωρα σημειώνει η ιστορία στους διαφόρους τομείς χαρακτηρίζουν τους δύο αιώνες, δέκατο και ενδέκατο, ως αιώνες μεταβολών και στροφής προς κατευθύνσεις εθνικές, φυλετικές. 
Πολύ σωστά λοιπόν, ότι γράφτηκε εκείνο τον καιρό γεμίζει τα πρώτα κεφάλαια της ιστορίας της νεοελληνικής μας λογοτεχνίας. Τα ακριτικά τραγούδια συνδέουν τις δύο μεγάλες περιόδους της ιστορίας μας, το Μεσαιωνικό με το νεό Ελληνισμό· είναι το γεφύρι όπως το ονομάζει ο Άγγελος Σικελιανός. [...]
Με τα ακριτικά ξαναζεί το ελληνικό ιδεώδες, η αντίληψη δηλαδή ότι η ζωή είναι πάλη, αγώνας, δράση. 
Ο Ελληνισμός απαλλαγμένος από τον Ρωμαίο κατακτητή και παραπαίοντας σε μια ομιχλώδη ατμόσφαιραι με στοιχεία ξένα προς τις εσωτερικές του καταβολές και τη φυλετική του παράδοση, προσπαθεί να συνεχίσει την πορεία του με μια καινούργια προσαρμογή και από διαφορετικούς δρόμους, ανάλογους προς την οντότητά του και την ιστορική του καταγωγή. Και είναι χαρακτηριστικό της αναγεννητικής του διάθεσης το ακριτικό ηρωικό τραγούδι. Δείχνει ότι διάλεξε την πάλη, τον αγώνα, και με θάρρος και ανδρεία αντιμετωπίζει τον καταλυτικό κίνδυνο του Μουσουλμανικού κόσμου που επέρχεται. Ήρθε βέβαια το 1453,μα γι' αυτό δεν ευθύνεται ο λαός αλλά η εκφυλισμένη άρχουσα τάξη, που δεν συμπορεύθηκε ούτε εμπνεύσθηκε από τη ζωτικότητα του λαού. Βέβαια υπάρχουν και άλλοι παράγοντες που οδήγησαν στη θλιβερή χρονολογία της 29ης Μαΐου 1453, αλλά θα μπορούσαν να υπερκερασθούν αν λαός και ηγεσία - πολιτική, θρησκευτική, πνευματική - συμπορεύονταν και είχαν "μια ψυχή, μια καρδιά". [...]

Ακριτικό Ιππικό - Δ. Σκουρτέλης

Οι πηγές εμπνεύσεως: Τα ακριτικά ανήκουν στον μεγάλο πνευματικό μας θησαυρό που ονόμασαν δημοτικά τραγούδια. Μαζί με τις παραλλαγές είναι τα πρώτα ποιητικά διαμάντια της λαϊκής μας μούσας. 
Πηγή της εμπνεύσεώς του είναι οι ακρίτες (η λέξη ακρίτης, ποντιακά ακρίτας, ετυμολογείται από τη λέξη "άκρα" που σημαίνει τα σύνορα της βυζαντικής αυτοκρατορίας, είναι αντίστοιχη προς τη λατινική Limita) δηλαδή οι φρουροί των ανατολικών συνόρων της Βυζαντικής αυτοκρατορίας, οι πρόμαχοι της ακεραιότητάς της, τα προπύργια στις επιδρομές των Αράβων. Για τους ακρίτες, τους "τα άκρα προνοουμένους", ο λαός αισθάνθηκε αγάπη, θαυμασμό και ευγνωμοσύνη για το έργο τους. Και λαϊκή ψυχή και καρδιά τους στόλισαν πλούσια, όπως τους ήρωές της η Αρχαία Ελλάδα. Βλέποντας τους σκληρούς πολέμους, που έκανα με τους Σαρακηνούς, τους απελάτες και τους άλλους εχθρούς του κράτους, τους περιέβαλε με το στέφανο του θρύλου. "Η φαντασία του λαού στους άθλους του Διγενή εγκατέπλεξε μύθους, ων τους πλείστους παρέλαβεν, ανακαινίσασα, εκ της πλουσίας μυικής κληρονομίας της αρχαιότητος, και απήρτισε τον ιδεώδη τύπον ήρωος, νεαρού ως ο Αχιλλεύς, κραταιούς ως ο Ηρακλής και ενδόξου ως ο Αλέξανδρος. Εν αυτώ συμβολίζεται η μακραίων και άληκτος πάλη του Ελληνικού πρός τον Μουσουλμανικόν", γράφει ο θεμελιωτής της ελληνικής λαογραφίας Ν. Γ. Πολίτης.
"Η φαντασία του λαού, διευκρινίζει ο καθηγητής Δημ. Πετρόπουλος, τον διεκόσμησε (τον ακρίτα) με στοιχεία από το ανεξάντλητο μυθικό απόθεμα της προγονικής κληρονομιάς και έτσι πλουτισμένον τον προβάλλει ως το συμβολικό τύπο του ηρωικού προμάχου του βυζαντινού κράτους, που αδιάκοπα πολεμάει τους επιδρομείς, και κυρίως τους Σρακηνούς, στις εσχατιές του Πόντου και της Καππαδοκίας".


Αποσπάσματα από το βιβλίο "Ακριτικά, Βασίλη Χ. Μάκη, Εκδόσεις Επικαιρότητα