Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΛΑΣΣΙΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΛΑΣΣΙΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 25 Μαΐου 2013

Richard Wagner (Β' Μέρος) - Μουσικό & Πνευματικό Έργο


Η μουσική κληρονομιά του Wagner συνίσταται σε 113 έργα, στα οποία περιλαμβάνονται και ημιτελείς συνθέσεις. Την σπουδαιότερη συνεισφορά στον χώρο της Μουσικής αλλά και της Τέχνης γενικότερα αποτελούν οι όπερές του ή όπως τις αποκαλούσε ο ίδιος τα «μουσικά δράματα»• 28 στο σύνολο, μερικά από τα οποία ημιτελή και άλλα που δεν ανέβηκαν ποτέ στην σκηνή. Τα γνωστότερα από αυτά είναι τα εξής (χρονολογική σειρά):

Die Feen (1833-34) - Οι νεράιδες
Rienzi (1839-40)
Der fliegende Höllander (1841) - Ο ιπτάμενος Ολλανδός
Tannhäuser (1843-5)
Lohengrin (1846-8)
Das Rheingold (1853-54) - Ο Χρυσός του Ρήνου
Die Walküre (1854-56)
Siegfried (1856-71)
Tristan und Isolde (1857-59)
Die Meistersinger (1861-7) - Οι Αρχιτραγουδιστές
Ragnarok (Götterdämmerung) (1871-4) - Το Λυκόφως των Θεών
Parsifal (1877-82)

Περιγραφή της ιστορίας και της πλοκής των σημαντικών αυτών έργων του συνθέτη θα παρουσιαστεί σε μελλοντική ανάρτηση.
Σε αντιδιαστολή με τους λοιπούς δημιουργούς όπερας, ο Wagner συνέγραφε ο ίδιος τα λιμπρέτα (τα λόγια, τους στίχους) τα οποία αποκαλούσε ποιήματα. Τούτο συνάδει απόλυτα με την έννοια που ο ίδιος έδινε στην όπερα, την οποία προσεγγίζοντας ως μουσικό δράμα προσπάθησε να ανυψώσει στο ιδανικό του Gesamtkunstwerk• στο ιδανικό ενός συνολικού έργου τέχνης που θα συνενώσει και θα συνδυάσει αρμονικά όλες τις διαχωρισμένες και ξεχωριστά εξελισσόμενες τέχνες (Μουσική, Ποίηση, Θέατρο, Εικαστικά) στην μία και απόλυτη Τέχνη, το Μουσικό Δράμα. Για τον Wagner η Τέχνη δεν έχει σκοπό μια ειδική, συγκεκριμένη αίσθηση, αλλά την αρμονία του Είναι μας. 

Η μουσική μορφοποιεί τα αόρατα στοιχεία του δράματος, ή μάλλον ανακαλεί τις αντίστοιχες εικόνες που υπάρχουν στο ασυνείδητό μας, αφού μιλάει την γλώσσα του. 

Σε ένα διήγημά του, αναλύει τις απόψεις του για τον ρόλο της μουσικής και της φωνής:
Τα μουσικά όργανα αντιπροσωπεύουν τα στοιχειώδη όργανα της Δημιουργίας και της Φύσεως. Αυτό που εκφράζουν δεν μπορεί να καθορισθεί με σαφήνεια ή να ειπωθεί με λόγια, γιατί αναπαράγουν τα ίδια τα πρωταρχικά συναισθήματα, εκείνα τα συναισθήματα που ξεπήδησαν από το χάος της πρώτης Δημιουργίας, όταν ίσως δεν υπήρχε ακόμη ούτε ένα ανθρώπινο ον να τα απορροφήσει στην καρδιά του. Το αντίθετο τελείως συμβαίνει με την ανθρώπινη φωνή. Η φωνή αντιπροσωπεύει την καρδιά του ανθρώπου και το καλά καθορισμένο ατομικό της συναίσθημα. Ο χαρακτήρας της είναι επομένως περιορισμένος, αλλά σαφής και ξεκάθαρος. Τώρα, ας συμπλησιάσουμε αυτά τα δύο στοιχεία και ας τα ενώσουμε. Ας φέρουμε τα άγρια, αχαλίνωτα στοιχειακά αισθήματα, αντιπροσωπευμένα από τα όργανα, σε επαφή με το σαφές και ξεκάθαρο συναίσθημα της ανθρώπινης καρδιάς, όπως το αντιπροσωπεύει η ανθρώπινη φωνή. Η επέλευση αυτού του δεύτερου στοιχείου θα γαληνεύσει και θα γλυκάνει την διαμάχη των πρωτογενών εκείνων αισθημάτων, θα δώσει στα κύματά τους μιας οριστική, ενωμένη πορεία, ενώ η ανθρώπινη καρδιά, απορροφώντας αυτά τα πρωταρχικά αισθήματα, θα δυναμώσει και θα πλατύνει απροσμέτρητα, ικανή να αισθανθεί με απόλυτη διάυγεια το προηγουμένως αόριστο προαίσθημά της για το Ύψιστο, και ως εκ τούτο, να μεταμορφωθεί σε θεϊκή συνειδητότητα.

Η μεγάλη προσφορά του Wagner, λοιπόν, έγκειται στην δημιουργία του συνολικού έργου τέχνης, στην σύζευξη λέξεων και μουσικής, όπου η ορχήστρα έχει τέτοιες εκφραστικές δυνάμεις, ώστε να αποδώσει μουσικά ό,τι δεν μπορούν να αποδώσουν τα λόγια. Στο Επικοινωνία με τους φίλους μου γράφει: 

Με τον Ιπτάμενο Ολλανδό άρχισε η νέα μου σταδιοδρομία ως ποιητού. Δεν ήμουν πλέον ένας συγγραφέας λιμπρέτι όπερας. Από τότε και εφ’ εξής στην δραματουργική μου παραγωγή ήμουν κατά πρώτο λόγο ποιητής. Μόνον αφού το ποίημα ήταν πλήρως κατεργασμένο, ξαναγινόμουν μουσικός. Όμως, ως ποιητής μάντευα τέλεια και ολοκληρωτικά την δύναμη που κατείχε η μουσική, για να ενδυναμώσει τα λόγια μου. 

Για την πραγμάτωση του Gesamtkunstwerk ο Wagner έπρεπε να ασχοληθεί ενεργά και με την παρουσίαση της σκηνικής δράσης του δράματος, γι’ αυτό και σκηνοθετούσε ο ίδιος τα έργα του. Άφησε λεπτομερέστατες σημειώσεις για το πώς πρέπει να παρουσιάζεται κάθε μουσικό δράμα του, ασχολήθηκε με τα σκηνικά, τον φωτισμό και την διδασκαλία ηθοποιΐας στους ερμηνευτές. 

Ο Wagner, κυριευμένος και εμπνεόμενος από την δύναμη της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας, χρησιμοποιεί και ο ίδιος σχεδόν αποκλειστικά μυθολογικό περιεχόμενο στα έργα του• μύθους αρκετά γνωστούς στον γερμανικό λαό, συνυφασμένους με το συλλογικό ασυνείδητό του, με το φυλετικό αίμα. Όπως γράφει ο ίδιος στο «Τέχνη & Επανάσταση»:
Στην τραγωδία [ο θεατής] ξανάβρισκε τον εαυτό του, και μάλιστα το ευγενέστερο κομμάτι της υπόστασής του, ενωμένο μέ ό,τι ευγενέστερο διέθετε η συνολική υπόσταση ολόκληρου του έθνους• κι από τα βάθη της ύπαρξής του, από τα βάθη της φύσης του, που τώρα μόλις του γινόταν συνειδητή, πρόφερε μαζί με το τραγικό έργο τέχνης τον χρησμό της Πυθίας, θεός και ιερέας μαζί, υπέροχος, θείος άνθρωπος, Ένας μέσα στο Όλον, το Όλον μέσα στον Ένα, σαν μια από τις χιλιάδες ίνες που σε κάθε ζωή των φυτών πετιούνται από το χώμα, ορθώνονται λιγνές στον αέρα και γεννούν το ωραίο άνθος που θα σκορπίσει την τερπνή ευωδία του στην αιωνιότητα. [...]

Τα ύστερα μουσικά δράματά του που συναποτελούν τον Κύκλο του Δαχτυλιδιού (Ο Χρυσός του Ρήνου, η Βαλκυρία, Siegfried και το Λυκόφως των Θεών) αντλούν την θεματολογία και την δυναμική τους από την γερμανική παράδοση και την νορδική μυθολογία, συγκεκριμένα από την Ποιητική Edda, από την Saga των Volsungs και από το επικό γερμανικό ποίημα «Το τραγούδι των Νιμπελούγκεν». Το Τριστάνος & Ιζόλδη είναι βασισμένο στον μεσαιωνικό αρθούριο θρύλο όπως κατάγραφηκε από τον Gottfried von Strassburg περί το 1200 μ.Χ.. Τόσο με την τετραλογία του Δαχτυλιδιού όσο και με το Τριστάνος & Ιζόλδη ο συνθέτης πίστευε ότι είχε επιτύχει την πραγμάτωση της Ιδέας του Μουσικού Δράματος.
Χαρακτηριστικό των δύο αυτών έργων αλλά και του συνόλου σχεδόν των μουσικών του δραμάτων είναι η χρησιμοποίηση των καθοδηγητικών μοτίβων (leitmotifs)• ενός μελωδικού μοτίβου της ορχήστρας που συνδέεται με έναν χαρακτήρα του έργου ή μια έννοια και επαναλαμβάνεται κάθε φορά που το πρόσωπο ή η έννοια «εμφανίζεται» στην σκηνή, καθιστώντας το έναν ιδιαίτερο τρόπο επικοινωνίας με το ασυνείδητο.

Ο Parsifal, το ύστατο μουσικό δράμα του, που έχει προκαλέσει αντιδράσεις και διχογνωμίες, αντλεί το θέμα του από τον θρύλο της αναζήτησης του Αγίου Δισκοπότηρου. Παρόλο που ο συνθέτης φαίνεται με τούτο το έργο να στρέφεται προς την χριστιανική παράδοση, εμφανή είναι παράλληλα και ποικίλα στοιχεία της βουδιστικής παραδόσεως (όπως και στο Goetterdaemmerung, βλ. παρακάτω), στην οποία είχε αρχίσει να εντρυφεί επηρεασμένος από τα γραπτά του Schopenhauer. Επιπλέον, μεγάλη μερίδα κριτικών υποστηρίζει ότι εκφράζει έκδηλα γερμανικό εθνικισμό και αντισημιτισμό, ιδέες που ούτως ή άλλως είναι γνωστό ότι ενστερνιζόταν ο Wagner. Ανοίγοντας μια παρένθεση σ’ αυτό το σημείο, φαίνεται σκόπιμο να παρατεθεί ένα χωρίο από το Ο Ιουδαϊσμός στην Μουσική: Στην καθημερινή ζωή ο Εβραίος, ο οποίος ως γνωστόν κατέχει έναν Θεό αποκλειστικά δικό του, μας εντυπωσιάζει πρώτα με την εξωτερική του εμφάνιση, η οποία, σ’ όποια ευρωπαϊκή εθνικότητα και αν ανήκουμε, έχει κάτι το δυσάρεστα ξένο προς αυτήν την εθνικότητα. Ενστικτωδώς αισθανόμαστε ότι δεν έχουμε τίποτε κοινό μ’ έναν άνθρωπο που είναι έτσι φτιαγμένος. Αυτό πρέπει σε παλιότερους καιρούς να υπήρξε ενοχλητικό για τους Εβραίους. Στις μέρες όμως, όχι μόνο δεν τον πειράζει, αλλά οι επιτυχίες του τον κάνουν να βλέπει την διαφορά του από μας σαν πλεονέκτημα. Αγνοώντας την ηθική άποψη αυτής της δυσάρεστης παραξενιάς της φύσεως και εξετάζοντας μόνο την αισθητική, θα τονίσουμε απλώς ότι για μας αυτό το παρουσιαστικό δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι αποδεκτό σαν θέμα για έναν πίνακα.

O Schopenhauer & η Μεταφυσική του Wagner

Ο Wagner γνώρισε την φιλοσοφία του Schopenhauer το 1854 μέσω του έργου «Ο Κόσμος ως Θέληση και Ιδέα» (Die Welt als Wille und Vorstellung) και αργότερα δήλωσε πως τούτο ήταν το σημαντικότερο γεγονός στην ζωή του. Πέραν της καθ’ αυτής φιλοσοφίας του Schopenhauer, ο συνθέτης εισήχθη στις ανατολικές φιλοσοφίες και το ενδιαφέρον του επικεντρώθηκε στον βουδισμό, με απότοκο το ημιτελές έργο Die Seiger (Οι νικητές), το οποίο βασίστηκε σε μια ιστορία από την ζωή του Βούδα. Αλλά και στις διάσημες όπερές του υπάρχουν τόσο στοιχεία των ιδεών του Schopenhauer όσο και της βουδιστικής παραδόσεως, τα οποία επεξεργασμένα από την μεγαλοφυΐα και την πνευματική οξυδέρκειά του γέννησαν τις αριστουργηματικές αφηγήσεις που κρύβουν Ιδέες και Ουσία. Η δύναμη της βούλησης και η συμπόνοια (ως ύψιστη μορφή ηθικής) του γερμανού φιλοσόφου είναι κυριαρχικά παρούσες στην ιστορία του Parsifal. Καθώς και οι δύο έννοιες συμπλέκονται με την σεξουαλική επιθυμία, ο φιλόσοφος υποστηρίζει πως η μόνη διέξοδος από τους πανταχού παρόντες πειρασμούς της ζωής είναι η άρνηση της βουλήσεως και παραπέρα ότι η κατανίκηση της σεξουαλικής επιθυμίας αποτελεί καίριο βήμα προς τούτην την κατεύθυνση. Προσεγγίζοντας υπό αυτό το πρίσμα τον Parsifal θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως η πνευματική εξελικτική συνέχεια του Τριστάνου, στο οποίο επίσης είναι εμφανής η επιρροή του Schopenhauer.
Σύμφωνα με τον φιλόσοφο, ο άνθρωπος άγεται και φέρεται από τις αδιάκοπες ανεκπλήρωτες επιθυμίες του και η δυνατότητα ή πιθανότητα να τις εκπληρώσει τον βυθίζει σε έναν κύκλο δυστυχίας• η κοσμοθεωρία του Schopenhauer υπαγορεύει πως η εσωτερική γαλήνη μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την αποκήρυξη των επιθυμιών. Ωστόσο, αν και ο βαγκνερικός εσωτερισμός έχει επηρεαστεί βαθιά από τούτες τις απόψεις, δεν παραδίδεται πλήρως σ’ αυτές. Η εγγενής αισιοδοξία του Wagner, το ιδεώδες του πολεμιστού και της δράσεως που κατακλύζει τα έργα του αντιτίθενται στον πεσσιμισμό και στο ιδεώδες του αδρανούς στοχαστή-ασκητή του Schopenhauer. Και ως προς το θέμα του Έρωτος, όμως, η απόκλιση είναι ουσιώδης: ενώ ο Schopenhauer υιοθετεί την ξεκάθαρα βιολογική προσέγγιση του έρωτος ως το γενετήσιο ένστικτο που μόνο στόχο έχει την διαιώνιση του είδους, ο Wagner καθιερώνει την Μεταφυσική του Έρωτος, προσεγγίζοντάς τον πόθο ως μέσο για την επιστροφή δια της δυαδικότητας στην Ενότητα. Τούτη η θεώρησή του μπορεί να αναχθεί τόσο στο μεταφυσικό σύστημα του Δάντη όσο και στο φιλοσοφικό σύστημα της Τάντρα-γιόγκα. Τα δύο αυτά συστήματα μας δίνουν και άλλες αντιστοιχίες με τον εσωτερισμό του Wagner.
Tα 7 κορυφαία Μουσικά Δράματα αποτελούν τις βαθμίδες μιας μυητικής και ανελικτικής διαδικασίας με σκοπό την σταδιακή άνοδο σε ανώτερα επίπεδα συνειδήσεως. Το ίδιο μοτίβο παρουσιάζεται και στην θεία Κωμωδία του Δάντη όπου το ταξείδι από την Κόλαση στον Παράδεισο διαρκεί 7 ημέρες. Την ίδια αντιστοιχία βρίσκουμε και στην διδασκαλία των 7 chakras, των 7 ενεργειακών κέντρων του ανθρώπου που αντιστοιχούν στα 7 επίπεδα υπαρξιακής συνειδητότητας, σύμφωνα με την οποία ο ασκούμενος με κατάλληλες πρακτικές ξεκινά να τα ενεργοποιεί και να τα κατακτά ένα προς ένα μέχρι να φτάσει στο κορυφαίο. 



Βέβαια οι αντιστοιχίες των 7 μουσικών δραμάτων δεν εξαντλούνται στα προαναφερόμενα, καθώς οι όπερες δύναται να παραλληλιστούν και με άλλα φιλοσοφικά συστήματα όπως η ερμητική παράδοση και οι 7 πλανήτες, η αλχημεία, κ.α. 

Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι μία εκ των εκδοχών του τέλους της τετραλογίας του Δαχτυλιδιού ήθελε την Μπρουνχίλντα να συνειδητοποιεί την απατηλή φύση της ανθρώπινης ύπαρξης, να ξεπερνά τα όρια και τον εαυτό της (άρνηση της βουλήσεως) καi να απελευθερώνεται από τον αέναο κύκλο των γεννήσεων και επαναγεννήσεων• διαμέσου της δύναμης και της δυναμικής του έρωτος να κατακτά την νιρβάνα.
Εκτός από τις όπερες ο Wagner συνέθεσε σχετικά λίγα μουσικά κομμάτια: μια συμφωνία, ένα μέρος μιας συμφωνίας με θέμα την ιστορία του Φάουστ, μερικές ουβερτούρες, χωρωδιακά κομμάτια και κομμάτια για πιάνο.


Το Συγγραφικό Έργο του Συνθέτη
O Wagner ήταν ένθερμος και δεινός συγγραφέας και συνέγραψε αρκετά λογοτεχνικά βιβλία, ποιήματα, δοκίμια και άρθρα για ποικίλα θέματα όπως φιλοσοφία, τέχνη, πολιτική και εκτενείς αναλύσεις των έργων του. 

Οι ιδέες του περί τέχνης και περί του Μουσικού Δράματος εμφανίζονται στα παρακάτω δοκίμια:

Die Kunst und die Revolution (1849) - Η Τέχνη & η Επανάσταση
Das Kunstwerk der Zukunft (1849) - Το έργο τέχνης του Μέλλοντος
Das Judenthum in der Musik (1850) - O Ιουδαϊσμός στην Μουσική
Oper und Drama (1850-1) - Όπερα & Δράμα
Zukunftsmusik (1860) - Η μουσική του Μέλλοντος
Über die Bestimmung der Oper (1871) - Το Πεπρωμένο της Όπερας
Religion und Kunst (1880) - Θρησκεία & Τέχνη

Αυτοβιογραφίες του συνθέτη με την 1η να χρονολογείται το 1842 είναι οι εξής:
Autobiographische Skizze (1842)
Μein Leben (1865-80)
Eine Mettheilung an meine Freunde 



----------------
Βιβλιογραφία:
- Ριχάρδος Βάγκνερ. Η Μουσική των Θεών και τα βαγκνερικά μυστήρια - Εκδ. Αρσενίδη
- Ο Βάγκνερ και η Ελλάδα - Εκδ. Μέγαρο Μουσικής Αθηνών
- Ο Ιουδαϊσμός στην Μουσική - Εκδ. Ελεύθερη Σκέψη


-------------



Ενόψει της ανακηρύξεως του 2013 ως έτος Wagner (καθότι συμπληρώνονται 200 χρόνια από την γέννησή του), στο ιστολόγιο θα παρουσιάζονται κατά διαστήματα καθ' όλη την διάρκεια του έτους, κείμενα που αφορούν στον μεγαλοφυή συνθέτη.

Σάββατο 11 Μαΐου 2013

Αποκωδικοποίηση της Κλασσικής Μουσικής ΙΙ



Ρέκβιεμ
Ο όρος Ρέκβιεμ (Requiem) κατ' αρχήν αναφέρεται στην νεκρώσιμη ακολουθία της Καθολικής Εκκλησίας, με την επίσημη ονομάσια της να είναι Λειτουργία υπέρ Τεθνεώτων (Missa pro defunctis). 
Στον χώρο της κλασσικής μουσικής το ρέκβιεμ αποτελεί σύνθεση θρηνητική και δραματική που αρχικά οι μεγάλοι συνθέτες προόριζαν για εκτέλεση κατά την Λειτουργία, αλλά γρήγορα εξελίχθηκε σε ξεχωριστό μουσικό είδος ανεξάρτητο από την εκκλησιαστική εκτελέση του και έγινε δημοφιλές είδος για συναυλίες. Μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα, χρησιμοποιούνταν αποκλειστικά κείμενα και στίχοι της Λειτουργίας τα οποία ερμήνευαν πολυφωνικές χορωδίες συνοδείᾳ της ορχήστρας· από τον 20ο αιώνα και έπειτα το ρέκβιεμ διαχωρίστηκε αρκετά από το δογματικό του περιεχόμενο, και εμφανίστηκε ένα νέο υποείδος, το Πολεμικό Ρέκβιεμ, δηλαδή συνθέσεις αφιερωμένες στους Πεσόντες στα πεδία Μαχών. Τα κείμενα ανεξαρτητοποιούνται από την Καθολική Λειτουργία και πλέον περιλαμβάνουν παραδοσιακούς ύμνους, πασιφιστικούς στίχους, φυσιολατρική ποίηση, κ.λ.

Yμνωδία (oratorio)
Μεγάλης κλίμακας μουσική σύνθεση για ορχήστρα, χορωδία και σολίστες. Η μουσική δομή της είναι ίδια με αυτήν την όπερας, διαφέρει όμως στο ότι δεν περιέχει σχεδόν καθόλου σκηνική και θεατρική δράση, αλλά αποτελεί αυστηρό μουσικό συναυλιακό έργο. Στις υμνωδίες δεν υπάρχει διάλογος μεταξύ των ερμηνευτών, ούτε εντυπωσιακά σκηνικά και κοστούμια και επιπλέον η πλοκή τους δεν είναι τόσο σύνθετη και δραματοποιημένη όσο στις όπερες. Συνήθως το θέμα μιας υμνωδίας αναφέρεται στην θρησκευτική παράδοση και τις βιβλικές ιστορίες - οι Προτεστάντες συνθέτες αντλούσαν τα θέματά τους από την Βίβλο και οι Καθολικοί από τις ζωές των αγίων - με αποτέλεσμα να χαρακτηριστεί το μουσικό είδος ως θρησκευτικής θεματολογίας, ωστόσο αρκετοί συνθέτες έγραψαν ορατόρια βασισμένα σε ιστορίες της ελληνικής ή ρωμαϊκής μυθολογίας. Σχετικά με την δομή του το ορατόριο ξεκινά με μια εισαγωγή (overture), ακολουθούν διάφορες άριες για σόλο φωνές, έπεται το ρετσιτατίβο (μελωδική αφήγηση συνοδείᾳ μικρού μουσικού συνόλου) προκειμένου να προωθηθεί η πλοκή και τέλος υπάρχουν αρκετά επιβλητικά και μεγαλειώδη χορωδιακά πολυφωνικά μέρη.

Σερενάτα
Συνιστά μουσική σύνθεση για μικρά μουσικά σύνολα και τραγούδι. Η πρώτη εμφάνιση της σερενάτας έγινε τον Μεσαίωνο, ως ελαφριά, ρομαντική μουσική που παίζεται νωρίς το βράδυ από ένα άτομο συνοδείᾳ ενός φορητού οργάνου (κυρίως κιθάρα ή λαγούτο), συνήθως από τον ερωτευμένο νέο προς την καλή του ή προς τιμήν κάποιου προσώπου. Από τον 18ο αιώνα και μετά άρχισαν να χρησιμοποιούνται ποικίλα όργανα (όπως τρομπέτα και τύμπανα) δυνατής ηχητικότητας λόγω της εκτέλεσης των κομματιών σε ανοιχτό χώρο. Ο κλασικός τύπος της σερενάτας εμφανίστηκε κατά την ρομαντική και την κλασσική εποχή, οπότε και εκτελούνταν από μικρά μουσικά σύνολα και περιείχε πολλά μέρη· ωστόσο το ύφος της μουσικής αυτής σύνθεσης ήταν ελαφρότερο από τα άλλα πολυμερή είδη (όπως οι συμφωνίες) καθώς δεν περιείχε δραματικές κορυφώσεις και εξελισσόμενη πλοκή, αλλά έδινε βάση στην πληρότητα της τονικότητας. Το τυπικό μουσικό σύνολο για την σερενάτα ήταν ένα σύνολο πνευστών ενισχυμένο με κοντραμπάσο ή βιόλα. Τον 19ο αιώνα η σερενάτα εξελίχθηκε σε συναυλιακό έργο, με τις σερενάτες κάποιων συνθετών (βλ. Brahms) να έχουν χαρακτηριστεί ως ελαφριές συμφωνίες. Η δομή της κυμαίνεται από τέσσερα μέχρι και δέκα μέρη, με το πρώτο και το τελευταίο μέρος να απαιτούν γρήγορη εκτέλεση ενώ τα ενδιάμεσα εναλλάσσονται από μέτρια σε γρήγορα. Η κλασσική σερενάτα ταξινομείται ανάμεσα στην Σουίτα και την Συμφωνία, αν και το περιεχόμενό της ήταν ελαφρύ και ρομαντικό. 

Νυχτωδία (nocturne)
O όρος Νocturne από την λατινική nocturnus σημαίνει νυχτερινό και προδίδει την έμπνευση της ομώνυμης μουσικής σύνθεσης που είναι η νύχτα. Ο κλασσικός τύπος της νυχτωδίας αποτελείται από ένα μέρος και συνήθως γράφεται μόνο για πιάνο, αν και υπάρχουν συνθέσεις και για κλασσική ορχήστρα. Είναι ήρεμες, ρομαντικές και λυρικές συνθέσεις και πολλές φορές αγγίζουν την μελαγχολία.

Πέμπτη 7 Φεβρουαρίου 2013

Αποκωδικοποίηση της Κλασσικής Μουσικής Ι


Συμφωνία
Ο ιταλικός όρος “Sinfonia” χαρακτήριζε, κατά την εποχή του Μπαρόκ (17ος αι.), γενικά ένα ορχηστρικό έργο που παιζόταν ως εισαγωγή σε έργα εκκλησιαστικής ή κοσμικής μουσικής (π.χ. όπερες ή μπαλέτα). Άμεσος πρόδρομος της κλασσικής συμφωνίας θεωρείται η “Sinfonia” ως εισαγωγή της ναπολιτάνικης όπερας, με σταθερή σχετικά μορφή σε τρία μέρη (γρήγορο-αργό-γρήγορο), τα οποία διαδέχονταν το ένα το άλλο χωρίς διακοπή. Επειδή στόχος της ήταν να προσελκύει την προσοχή του ακροατηρίου και να σηματοδοτεί την αρχή της παράστασης, ήταν γραμμένη σε εύληπτο και συχνά εντυπωσιακό ύφος, με αποτέλεσμα να γίνει αρκετά αγαπητή ως είδος στην Ιταλία και να αυτονομηθεί σταδιακά από την όπερα (προκλασσική περίοδος). Η προσθήκη ενός μενουέτο μεταξύ του δεύτερου και τρίτου μέρους της sinfonia, αποτελέσε καθοριστικό παράγοντα για την διαμόρφωση της κλασσικής συμφωνίας, η οποία πήρε την τελική της μορφή χάρη στους τρεις μεγάλους κλασσικούς συνθέτες που ασχολήθηκαν εκτεταμένα με το συγκεκριμένο μουσικό είδος: Χάυντ, Μότσαρτ, Μπετόβεν.
Κατά την περίοδο του Ρομαντισμού (τέλος 18ου αι.) παρατηρούνται 2 τάσεις στην εξέλιξη της συμφωνίας: Η μία αφορά την συνέχιση της συμφωνίας ως είδος με την κλασική της, τετραμερή δομή, χωρίς εξωμουσικό περιεχόμενο αλλά με μια ρομαντική μουσική γλώσσα και αρκετές μορφολογικές ιδιαιτερότητες με κύριους εκπροσώπους τους Ντβόρζακ, Σούμαν, Σούμπερτ, Τσαϊκόφσκι και Μπρούκνερ. Οι εκπρόσωποι της άλλης τάσης απομακρύνθηκαν από την κλασική δομή της συμφωνίας και βασίστηκαν σε ένα εξωμουσικό περιεχόμενο· εμπνεόμενοι από ποιητικά και λογοτεχνικά έργα, από την φύση και τον άνθρωπο προσπάθησαν να περιγράψουν με την μουσική τους ιδέες και συναισθήματα· από αυτήν την τάση αναδύθηκε και το συμφωνικό ποίημα. Κύριοι εκπρόσωποι αυτής της τάσης ήταν οι Λιστ, Στράους, Μπερλιόζ. 
Η κλασσική συμφωνία αποτελεί ένα έργο για ορχήστρα σε τέσσερα συνήθως μέρη, που ακολουθεί το μορφολογικό πρότυπο της κλασικής σονάτας.


Συμφωνικό ποίημα
Το συμφωνικό ποίημα είναι μια εκτενής σύνθεση για κλασσική ορχήστρα που προσπαθεί να αποδώσει με μουσικά μέσα εξωμουσικό περιεχόμενο, όπως εντυπώσεις από ανθρώπους, τοπία, ζωγραφικούς πίνακες ή λογοτεχνικά έργα, και το οποίο δηλώνεται στον τίτλο του.  
Δημιουργός του συμφωνικού ποιήματος και εμπνευστής του όρου είναι ο Φραντς Λιστ, ο οποίος συνέθεσε 13 συμφωνικά ποιήματα. Το καθένα από αυτά έχει ένα μόνο μέρος, αντί για τρία ή τέσσερα που έχουν συνήθως οι συμφωνίες, ενώ η μορφή τους δεν ακολουθεί κάποιο συγκεκριμένο μορφολογικό πρότυπο της εποχής, αλλά η δομή της μουσικής προσπαθεί να ακολουθήσει το εξωμουσικό περιεχόμενο. Κάποια από τα γνωστότερα συμφωνικά ποιήματα του Λιστ είναι τα Les Preludes (σχετίζεται με ομώνυμο ποίημα του Αλφόνς ντε Λαμαρτέν), Άμλετ (εμπνευσμένο από το έργο του Σαίξπηρ), Mazeppa (από ποίημα του Ουγκώ), και «Προμηθέας» (από τον αρχαιοελληνικό μύθο αλλά και από ομώνυμο ποίημα του Χέρντερ). Το συγκεκριμένο είδος είχε επίσης σημαντική επίδραση στην δημιουργία των εθνικών σχολών, καθώς έδινε την δυνατότητα στον συνθέτη να ενσωματώνει άμεσα εθνικά ή και λαϊκά στοιχεία στην μουσική του και να τα επεξεργάζεται κατάλληλα, έτσι ώστε να παραπέμπουν σε ένα εθνικό περιεχόμενο.


Σονάτα & Φόρμα Σονάτας
Ο όρος σονάτα προέρχεται από την λέξη sonare ή suonare, που σημαίνει παράγω ήχο για τόξο. Πρόκειται για μια από τις σημαντικότερες φόρμες ενόργανης μουσικής από την περίοδο του μπαρόκ μέχρι σήμερα. Πρωτοεμφανίστηκε τον 16ο αι. και σήμαινε «οτιδήποτε δεν τραγουδιέται, αλλά εκτελείται με όργανα». Μία σονάτα αποτελείται συνήθως από τέσσερα ανεξάρτητα κομμάτια που ονομάζονται «μέρη», από τα οποία κάθε ένα ακολουθεί ένα συγκεκριμένο χαρακτήρα και πλοκή. Διακρίνονται δύο τύποι σονάτας:

-Η μπαρόκ σονάτα η οποία περιλαμβάνει την σονάτα δωματίου (sonata di camera) με πρελούδιο και χορευτικά μέρη, και την εκκλησιαστική σονάτα (sonata da chiesa) με εναλλαγή αργό-γρήγορο-αργό-γρήγορο.
-Η κλασσική σονάτα, η οποία τοποθετείται γύρω στο 1760, και αποτελείται συνήθως από τέσσερα μέρη ως εξής: 
Πρώτο μέρος (allegro): Έχει χαρακτήρα γρήγορο, δραματικό 
Δεύτερο μέρος (adagio, andante, largo, lento): Έχει χαρακτήρα αργό, λυρικό
Τρίτο μέρος (menuetto, scherzo): Έχει χαρακτήρα χορευτικό, συνήθως σε τριπλό μέτρο και είναι συνήθως σε μέτρια ταχύτητα. Αντίθετα, το σκέρτσο είναι πολύ γρήγορο, ενώ έχει συνήθως τριμερή φόρμα
Τέταρτο μέρος (allegro, presto): Έχει χαρακτήρα γρήγορο ή πολύ γρήγορο με ενεργητικό κλείσιμο.
Κατ' εξοχήν μορφή της είναι η σόλο σονάτα, για ένα σολιστικό όργανο, η σονάτα για δύο ή περισσότερα όργανα, η συμφωνία, που είναι σονάτα για ορχήστρα και το κοντσέρτο, σονάτα για σόλο όργανο και ορχήστρα.

Η φόρμα σονάτας αποτελεί συγκεκριμένη μορφολογική δομή που εμφανίζεται στην σονάτα, στην συμφωνία, στο κοντσέρτο και στις συνθέσεις μουσικής δωματίου.
Στο πρώτο μέρος της που ονομάζεται έκθεση παρουσιάζονται τα βασικά θέματα του έργου, στο δεύτερο μέρος, στην ανάπτυξη, τα μοτίβα παρουσιάζονται επεξεργασμένα και με αλλαγή τονικότητας, και τέλος, στο τρίτο μέρος, στην επανέκθεση, επαναλαμβάνονται τα μοτίβα της έκθεσης με τροποποιήσεις ώστε να "συμβιβασθούν" τα δύο πρώτα μέρη. 


Κοντσέρτο
Το κοντσέρτο (ιταλικά concerto) είναι μουσική σύνθεση για ένα (συνήθως) σόλο όργανο, όπως το βιολί, το όμποε, φλάουτο ή πιάνο και για κλασσική ορχήστρα
Κατά την περίοδο του Μπαρόκ υπήρχαν τρία είδη οργανικών κοντσέρτων:
- Το πολυχορικό κοντσέρτο, στο οποίο συμμετείχαν διάφορες ισοδύναμες ομάδες
- Το Κοντσέρτο-Γκρόσο, στο οποίο μια μικρή ομάδα οργάνων (π.χ. ένα κουαρτέτο από βιολιά ή  δύο βιολιά και βιολοντσέλο, κουαρτέτο ή κουϊντέτο εγχόρδων ή πνευστών κ.ά.), διαφοροποιείται  από τα υπόλοιπα όργανα της ορχήστρας με έναν ξεχωριστό μουσικό ρόλο.
- Το σόλο κοντσέρτο, για σόλο όργανο και ορχήστρα. 
Από τον 18ο αιώνα αρχίζει να υποχωρεί το Κοντσέρτο-Γκρόσο και να επικρατεί ο πλέον διαδεδομένος μέχρι τις μέρες μας τύπος του κοντσέρτου. 
Είναι τριμερής μουσική σύνθεση (γρήγορο-αργό-γρήγορο), με δομή σονάτας. 
Πρώτο μέρος: ακολουθεί την φόρμα σονάτας (έκθεση-επεξεργασία-επανέκθεση), διαμορφωμένη έτσι ώστε να εναλλάσσεται ο σολίστας με την ορχήστρα. Στην εισαγωγή του κοντσέρτου παίζει συνήθως ολόκληρη η ορχήστρα και παρουσιάζει τα δύο βασικά θέματα του έργου. Εν συνεχεία ο σολίστας ερμηνεύει τα θέματα του έργου αλλάζοντας την τονικότητα (μετατροπία). Ακολουθεί ένα τμήμα της σύνθεσης που ερμηνεύεται εναλλάξ από τον σολίστα και την ορχήστρα και τέλος υπάρχει ένα σολιστικό και άκρως δεξιοτεχνικό τμήμα, η καντέντσα. 
Δεύτερο μέρος: είναι αργό και μελωδικό. 
Τρίτο μέρος: γρήγορο και επίσης δεξιοτεχνικό.
Όλοι σχεδόν οι σημαντικοί συνθέτες της Ευρωπαϊκής κλασικής μουσικής ασχολήθηκαν με την μουσική φόρμα του κοντσέρτου με κυρίαρχο, στατιστικά, σολιστικό όργανο το βιολί και το πιάνο. Υπάρχουν όμως και διπλά, ή και τριπλά κοντσέρτα (π.χ. κοντσέρτα για βιολί και πιάνο, για δύο πιάνα (Φέλιξ Μέντελσον-Μπαρτόλντυ), για φλάουτο και άρπα (Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ), για πιάνο, βιολί και βιολοντσέλο (Λούντβιχ βαν Μπετόβεν).


----------------------------
Η νέα αυτή θεματική αναρτήσεων με τίτλο "Αποκωδικοποίηση της Κλασσικής Μουσικής" θα επικεντρωθεί στην εξήγηση μουσικών όρων αναφορικά με είδη σύνθεσης οργανικής μουσικής, είδη μουσικών συνόλων, μουσικές συνθέσεις για φωνή, κ.α.

Πέμπτη 17 Ιανουαρίου 2013

Richard Wagner (Α' Μέρος) : Η ζωή του


Συνθέτης, μουσικός, μαέστρος και θεατρικός σκηνοθέτης. Γεννηθείς στις 22 Μαϊου του 1813 στην Λειψία της Γερμανίας. Ήταν το ένατο τέκνο του Carl Friedrich Wagner (υπαλλήλου γραφείου σε αστυνομικό τμήμα της πόλης) και της Johanna Rosine. Ο πατέρας του πέθανε όταν ήταν ακόμη βρέφοε και η μητέρα του παντρεύτηκε τον Ludwig Geyer, ταλαντούχο ζωγράφο, ποιητή και ηθοποιό. Το 1814 η οικογένεια μετακόμισε στην Δρέσδη. Ο Wagner αγάπησε το θεάτρο από μικρός μέσω του πατριού του και συμμετείχε σε αρκετές παραστάσεις του τελευταίου. Το 1820 παρακολουθεί τα πρώτα μαθήματα πιάνου στο σχολείο όπου φοιτούσε στο Possendorf, αλλά το 1821 όταν ο πατριός του πεθαίνει, τον στέλνουν σε νέο σχολείο στην Δρέσδη. Ο νεαρός Wagner φιλοδοξούσε να γίνει θεατρικός συγγραφέας και η πρώτη προσπάθειά του ήρθε μόλις το 1826 με την τραγωδία Leubald, βαθειά επηρεασμένη από το έργο του Shakespeare και του Goethe· αποφασισμένος καθώς ήταν να γράψει και μουσική για τούτο το πρώτο του έργο, πείθει την οικογένειά του να τον αφήσουν να παρακολουθήσει μαθήματα μουσικής.
Το 1828 έρχεται σε επαφή για πρώτη φορά με την μουσική του Beethoven, με την 7η και 9η Συμφωνία, γεγονός που απετέλεσε την έμπνευση και την αρχή του συνθετικού του έργου με σονάτες για πιάνο και τις πρώτες προσπάθειες για ορχηστρικές ουβερτούρες (overture: μουσική εισαγωγή). Το 1829 παρακολουθεί επί σκηνής την σοπράνο Wilhelmine Schroeder-Derrient και εκσταστιασμένος από την ερμηνεία της την αναγάγει σε ιδανική ενσάρκωση της ενώσεως του δράματος με την όπερα.
Το 1831 γράφεται στο Πανεπιστήμιο της Ληψείας· παρακολουθεί μαθήματα σύνθεσης και ο καθηγητής του, Christian Theodor Weinling, ενθουσιάζεται με το έμφυτο μουσικό του ταλέντο που αρνείται να δεχθεί αμοιβή.
Το 1833 με την βοήθεια του αδελφού του Albert, o Wagner καταφέρνει να διορισθεί διευθυντής της χορωδίας στο Würzburg και το ίδιο έτος συνθέτει την πρώτη του όπερα, Die Feen (Οι νεράϊδες), η οποία δεν ανέβηκε στην σκηνή παρά μισό αιώνα αργότερα, λίγο καιρό μετά τον θάνατό του. Για λίγο καιρό διετέλεσε μουσικός διευθυντής στην όπερα του Magdeburg, οπότε συνέγραψε και συνέθεσε το έργο Das Leibesverbot· το 1836 ανέβηκε στο θέατρο του Magdeburg μόνο για 1 παράσταση. Η θεατρική εταιρεία που τον είχε προσλάβει κατέρρευσε αφήνοντάς τον οικονομικά τσακισμένο, κι έτσι αποφασίζει να ακολουθήσει την αγαπημένο του ήδη από το 1834 Christine Wilhelmine "Minna" Planer στο Königsberg. Οι δυο τους παντρεύτηκαν τον ίδιο χρόνο, αλλά το 1837 η Minna εγκαταλείπει τον Wagner για κάποιον άλλον και ο συνθέτης μετακομίζει στην Ρίγα όπου προσλαμβάνεται ως μουσικός διευθυντής της τοπικής όπερας. Το ζευγάρι επανασυνδέεται το 1838, αλλά έναν χρόνο αργότερα φεύγουν ευσπεσμένα από την Ρίγα προκειμένου να ξεφύγουν από τους δανειστές τους· ταξιδεύουν για το Λονδίνο υπό καταιγίδα, γεγονός που ενέπνευσε την επόμενη όπερά του: Der fliegende Hollander (O Ιπτάμενος Ολλανδός).
Την 4η όπερά του, Rienzi, την ολοκληρώνει το 1840, και ανεβαίνει στο θέατρο της Δρέσδης το 1842. Τα επόμενα χρόνια παρουσιάζονται στο ίδιο θέατρο 2 όπερες του: το 1843 ο Ιπτάμενος Ολλανδός και το 1845 η όπερα Tannhäuser. 

Το 1848 αναγκάζεται να φύγει από την Δρέσδη καθώς είχε κάποιον βοηθητικό ρόλο σε μια αποτυχημένη επανάσταση που ξέσπασε το 1848. Πέρασε τα επόμενα 12 χρόνια εξορισμένος από την Γερμανία. Είχε ήδη ολοκληρώσει, πριν το ξέσπασμα της επανάστασης, την όπερα Lohengrin, για την οποία έγραψε στον Franz Liszt και τον παρακάλεσε να την ανεβάσει παρά την απουσία του· ο Liszt διηύθυνε την πρεμιέρα στο θέατρο της Βαϊμάρης το 1850. 
Το 1849 γράφει τις μελέτες Die Kunst und die Revolution (Η Τέχνη και η Επανάσταση) και Das Kunstwerk der Zukunft (Η τέχνη στο μέλλον) όπου, εκτός των άλλων, περιγράφει την ιδανική μορφή όπερας ως "συνολικό έργο τέχνης" (Gesamtkunstwerk), στο οποίο οι διάφορες μορφές τέχνης - μουσική, τραγούδι, χορός, ποίηση, εικαστική και θεατρική τέχνη - θα συνενώνονταν. Το 1850 με το βιβλίο "Ο Ιουδαϊσμός στην Μουσική" ο συνθέτης κάνει γνωστές της αντισημιτικές του απόψεις· υποστήριζε ότι οι Εβραίοι δεν έχουν καμιά σχέση με το Γερμανικό Πνεύμα και ως εκ τούτου ήταν ικανοί μόνο για παραγωγή ρηχής, άνευ πνευματικού βάθους μουσικής. Συνέθεταν μουσική με μοναδικό σκοπό την δημοτικότητά της και κατ' επέκταση την οικονομική τους επιτυχία, σκοπός κατ' αρχήν διαμετρικά αντίθετος με τα αυθεντικά έργα τέχνης.
Πριν φύγει από την Δρέσδη είχε ήδη γράψει ένα πρόχειρο σενάριο που τελικά διαμορφώθηκε στην τετραλογία του Das Ring des Nibelungen (Το Δαχτυλίδι των Νιμπελούγκεν). Αρχικά είχε γράψει μια αυτοτελή όπερα Siegfrieds Tod (O θάνατος του Siegfried) το 1848, την οποία, κατά την παραμονή του στην Ζυρίχη, διάνθισε προσθέτοντας ένα κομμάτι αναφερόμενο στο παρελθόν του ήρωα (Der junge Siegfried). Ολοκλήρωσε την τετραλογία γράφοντας τα λιμπρέτα για την όπερα Die Walküre (Η Βαλκυρία) και την όπερα Das Rheingold (O Χρυσός του Ρήνου) και κατόπιν προχώρησε σε συνολικές διορθώσεις και συμπληρώσεις (1852). Την μουσική για τις όπερες ξεκίνησε να την συνθέτει το 1853, πρώτα για το Das Rheingold (1853-4), ακολούθησε αμέσως η μουσική για την Βαλκυρία (1854-6) και για τον Siegfried (1856-7), την οποία και δεν ολοκλήρωσε καθώς ενθουσιάστηκε με μια νέα ιδέα και συγκεντρώθηκε σ' αυτήν: την όπερα Τριστάνος & Ιζόλδη, βασισμένη στην γνωστή μεσαιωνική ιστορία αγάπης. 
Πήγη της εμπνεύσεώς του για την νέα όπερα απετέλεσε η φιλοσοφία του Schopenhauer την οποία γνώρισε το 1854 χάρη σ' έναν φίλο του ποιητή· αργότερα, υποστήριξε ότι αυτό ήταν το σημαντικότερο γεγονός της ζωής του. Ενα εκ των δογμάτων του Schopenhauer συνίστατο στο ότι η μουσική κατείχε ηγετική θέση επί των τεχνών ως η άμεση έκφραση της ουσίας του κόσμου. Αυτή η άποψη ερχόταν σε αντίθεση με όσα είχε υποστηρίξει ο Wagner στο βιβλίο του Opera und Drama (1851), πως η μουσική σε μα όπερα κατείχε δευτερεύουσα θέση σε σχέση με το εξελισσόμενο δράμα. Μελετητές του βαγκνερικού έργου υποστηρίζουν πως ο συνθέτης επηρεάστηκε καταλυτικά από το εν λόγω δόγμα και εφ' εξής προσέδωσε κυριαρχικότερο ρόλο στην μουσική στις μεταγενέστερες όπερές του και στο υπόλοιπο κομμάτι του Δαχτυλιδιού που δεν είχε ολοκληρώσει μουσικά. 
Έτερη πηγή της εμπνεύσεως του για το Τριστάνος & Ιζόλδη αποτέλεσε η ποιήτρια-συγγραφέας Mathilde Wesendonck, η οποία μμαζί με τον σύζυγό της Otto Wesendonck (λάτρεις της μουσικής και οι δύο) υποστήριξαν οικονομικά τον Wagner και του παραχώρησαν κι ένα σπίτι στην εξοχή ως ησυχαστήριο. Ο Wagner ανέπτυξε κρυφό δεσμό με την Mathilde, ο οποίος σταμάτησε απότομα το 1858 καθώς η Μinna, η νόμιμη σύζυγος, υπέκλεψε μια ερωτική επιστολή του και ο συνθέτης αναγκάστηκε να φύγει στην Βενετία. Το 1859 πηγαίνει στο Παρίσι για να επιτηρήσει μια νέα παραγωγή του Tannhäuser, η οποία αποδείχθηκε πλήρης αποτυχία. 

Το 1862 έληξε η πολιτική του εξορία και ο συνθέτης εγκαταστάθηκε στο Biebrich της Πρωσίας. Από το 1861-4 προσπαθούσε να ανεβάσει το Τριστάνος & Ιζόλδη στην Βιέννη, αλλά παρά τις πολυάριθμες πρόβες το έργο δεν μπορούσε να παιχθεί, καθώς θεωρήθηκε ως αδύνατο να ερμηνευθεί φωνητικά. 
Το 1864 ανέβηκε στον θρόνο της Βαυαρίας ο 18χρονος θαυμαστής του Wagner βασιλιάς Λουδοβίκος ΙΙ, ο οποίος έφερε τον συνθέτη στο Μόναχο, πλήρωσε τα χρέη του και του πρότεινε την παραγωγή πολλών έργων του. Μετά από πολλές δυσκολίες στις πρόβες, τελικά το Τριστάνος & Ιζόλδη ανέβηκε στο Εθνικό Θέατρο του Μονάχου το 1865. Διευθυντής της ορχήστρας ήταν ο Hans von Bülow, η γυναίκα του οποίου, η Cosima, γέννησε λίγους μήνες μετά την πρεμιέρα ένα κοριτσάκι, την Ιζόλδη· πατέρας της ήταν ο Wagner. Η Cosima ήταν 24 χρόνια νεότερη του συνθέτη, ήταν και η ίδια εξώγαμο παιδί, κόρη της δούκισσας Marie d' Agoult και του Franz Liszt· ο τελευταίος δεν ενέκρινε τον δεσμό του συνθέτη με την κόρη του παρόλο που οι δύο άνδρες ήταν φίλοι. Το σκάνδαλο που προκάλεσε στην κοινωνία της πόλης η επίμαχη σχέση οδήγησε στην απομάκρυνση του Wagner από το Μόναχο και από την άμεση προστασία του νεαρού βασιλιά· ωστόσο συνέχισε να τον υποστηρίζει παρέχοντάς του στέγη στην λίμνη Λουκέρνη της Ελβετίας και βοηθώντας τον στην παρουσίαση των έργων του στο θέατρο του Μονάχου, συμπεριλαμβανομένων και των 2 εκ της τετραλογίας του Δαχτυλιδιού, τις όπερες Rheingold και Die Walküre. Ωστόσο, το όνειρο του συνθέτη να παρουσιάσει τον πρώτο ολοκληρωμένο κύκλο έργων του σε ένα ξεχωριστό φεστιβάλ με το οποίο θα εγκαινιαζόταν ένα νέο κτίριο όπερας, παρέμενε απραγματοποίητο. 
Ο Wagner, η Cosima και ο μικρός Siegfried
Το 1866 η Minna πεθαίνει από καρδιακή προσβολή και η Cosima ζητά επανειλλημένως από τον Hans von Bülow διαζύγιο, εκείνος όμως αρνείται μέχρι που η Cosima αποκτά 2 ακόμα παιδιά με τον Wagner - την Eva και τον Siegfried. Οι δυο τους παντρεύονται το 1870.
Το 1871 ο Wagner μετακομίζει στην κωμόπολη Bayreuth, όπου αργότερα θα ανεγερθεί μια νέα όπερα. Το τοπικό συμβούλιο δώρισε ένα μεγάλο κομμάτι γης με θέα σ' όλην την πολη ως τοποθεσία ανεγέρσεώς του. Η θεμέλια λίθος για το Φεστιβάλ του Bayreuth είχε τεθεί· ο Λουδοβίκος ΙΙ αρνήθηκε να χρηματοδοτήσει το σχέδιο και προκειμένου να μαζευθούν χρήματα για την υλοποίηση του σχεδίου δημιουργήθηκαν διάφορες "βαγκνερικές κοινότητες" σε πολλές πόλεις τις οποίες επισκεπτόταν ο συνθέτης και διηύθυνε συναυλίες. Τελικά ο βασιλιάς πείσθηκε και το 1874, όταν η όλη προσπάθεια έφτασε στα πρόθυρα της καταρρεύσεως, έδωσε το πολυπόθητο δάνειο. Το 1874 χτίστηκε μια όμορφη βίλλα, ονομασθείσα Wahnfried, όπου μετακόμισε μόνιμα η οικογένεια, και το 1875 ολοκληρώθηκε το θέατρο. Το πρώτο φεστιβάλ διεξήχθη το 1876 και ξεκίνησε με την όπερα Rheingold την οποία ακολούθησε ολόκληρος ο κύκλος του Δαχτυλιδιού.  






Οι κριτικές για το έργο ήταν αντικρουόμενες: ο Νορβηγός συνθέτης Edvard Grieg χαρακτήρισε το έργο ως "θεϊκή σύνθεση" ενώ η γαλλική εφημερίδα Le Figaro σχολίασε την μουσική ως το "όνειρο ενός παράφρονα". Ανάμεσα στους απογοητευμένους ήταν και ο φίλος κι οπαδός του συνθέτη, Friedrich Nietzsche, καθώς διέκρινε πως το έργο του Βάγκνερ υπέθαλπτε έναν γερμανικό σοβινισμό και μια χριστιανική τάση. 
Παρ' όλα αυτά το φεστιβάλ εδραίωσε τον Wagner ως καλλιτέχνη όχι μόνο ευρωπαϊκής αλλά παγκόσμιας εμβέλειας: συμμετείχαν σ' αυτό προσωπικότητες όπως ο Kaiser Wilhelm I, ο αυτοκράτορας Pedro II της Βραζιλίας, ο Anton Bruckner, o Camill Saint-Saens και ο P.I. Tchaikovsky. 
Ωστόσο ο Wagner δεν ήταν καθόλου ικανοποιημένος από το φεστιβάλ· η Cosima αναφέρει πως μήνες αργότερα η αντίδραση του για τις παραγωγές που παρουσιάστηκαν ήταν "Ποτέ ξανά!Ποτέ ξανά!". Μετά το πρώτο φεστιβάλ, ο συνθέτης άρχισε να δουλεύει πάνω στην τελευταία όπερα, τον Parsifal, το οποίο ολοκλήρωσε σε 4 χρόνια, χρόνο τον οποίο πέρασε ως επί το πλείστον στην Ιταλία για λόγους υγείας. Έγραψε αρκετά άρθρα στα τελευταία του χρόνια, στα οποία αποκήρυξε και κάποιες προγενέστερες φιλελεύθερες ιδέες του. Δύο από αυτά ήταν το Θρησκεία και Τέχνη (1880) και Χριστιανισμός και Ηρωισμός (1881)· το ξαφνικό ενδιαφέρον του συνθέτη για τον χριστιανισμό, εμφανές και στον Parsifal, εξελίχθηκε παράλληλα με την ολοένα και πιο ένθερμη υποστήριξη του γερμανικού εθνικισμού. Το 1882 ολοκλήρωσε τον Parsifal και διοργανώθηκε το 2ο Φεστιβάλ για να γίνει η παρουσίασή του. Ο συνθέτης ήταν ήδη πολύ άρρωστος και μετά το τέλος του φεστιβάλ η οικογένεια ταξίδεψε στην Βενετία για τον χειμώνα· εκεί, σε ένα κτίριο του 16ου αιώνα δίπλα στον Canal Grande, ο συνθέτης πέθανε σε ηλικία 69 ετών (1883) από ανακοπή καρδιάς. Θάφτηκε στον κήπο της βίλλας Wahnfried στο Bayreuth.


-------------



Ενόψει της ανακηρύξεως του 2013 ως έτος Wagner (καθότι συμπληρώνονται 200 χρόνια από την γέννησή του), στο ιστολόγιο θα παρουσιάζονται κατά διαστήματα καθ' όλη την διάρκεια του έτους, κείμενα που αφορούν στον μεγαλοφυή συνθέτη.

Παρασκευή 11 Ιανουαρίου 2013

Η βιόλα




Πρόκειται για έγχορδο μουσικό όργανο της οικογενείας της lira • η lira, ονομασία ιταλικής προελεύσεως, είναι όργανο του 16ου αιώνα παρομοίου σχήματος με αυτό του βιολιού το οποίο συναντάμε  συχνά στα έργα του Χάυντν, ωστόσο έπαυσε να χρησιμοποιείται μετά τον 18ο αιώνα. Η βιόλα είναι όργανο του Μεσαίωνα, κατά την διάρκεια του οποίου της έδωσαν πάμπολλες ονομασίες όπως : fidula, viella, vitula, vistula, vihuela, phiala κ.α.Είναι πεντάχορδο έγχορδο με δοξάρι (το οποίο αποτελείται από 200-250 τρίχιες αλόγου), το ηχείο του σχηματίζει γωνία στην λαβή και στα πλάγια έχει ημικυκλικές καμπύλες. 
Υπάρχουν δύο κατηγορίες του οργάνου αυτού : η βιόλα ντα μπράτσο η οποία παίζεται όπως το βιολί και η βιόλα ντα γκάμπα η οποία παίζεται όπως το βιολοντσέλο. 


Η βιόλα παρουσιάστηκε με τις εξής παραλλαγές : 

α) βιόλα μπαστάρδα : ήταν μικρότερη από την συνηθισμένη βιόλα ντα γκάμπα, με επτά κανονικές χορδές και άλλες τόσες περασμένες κάτω από τον καβαλλάρη. Αυτός ο τύπος ήταν πολύ διαδεδομένος στην Αγγλία. 

β) βιόλα ντ’ αμόρε :έμοιαζε σε μέγεθος με την σημερινή, με την διαφορά ότι οι πλάγιες κοιλότητες ήταν κυματιστές και είχε συνολικά δεκατέσσερις χορδές. Από τις επτά που περνούσαν πάνω από τον καβαλλάρη, οι τρείς ήταν ντυμένες με ασημένια κλωστή. Οι άλλες επτά περνούσαν κάτω από τον καβαλλάρη τονισμένες αντίστοιχα με τις πρώτες. Αυτές οι δεύτερες, που λέγονταν νότες συμπαθείας, δεν δονούσαν απ’ ευθείας, αλλά έπαλλαν αντανακλαστικά από την δόνηση των πρώτων. Πολλοί συνθέτες χρησιμοποίησαν στις ορχήστρες τους αυτόν τον τύπο της βιόλας και ο Μάγερμπερ τον 19ο αιώνα, της αφιέρωσε ένα θαυμάσιο σόλο στην πρώτη πράξη της όπερας Ουγενότος. 

γ) βιόλα ντα σπάλλα : ήταν μεγαλύτερη από την βιόλα ντα μπράτσο και ο εκτελεστής για να παίξει την ακουμπούσε στον ώμο του, όπως γίνεται σήμερα με το βιολί. 

δ) βιόλα πομπόζα : την κατασκεύασε ο Ιωάννης Σεβαστιανός Μπαχ, που έγραψε για αυτή την σουίτα του αριθ.6, ένα ωραίο μουσικό κομμάτι που σήμερα εκτελείται από βιολοντσέλο. Η βιόλα πομπόζα είχε πέντε χορδές και ήταν ένα ενδιάμεσο όργανο μεταξύ του βιολοντσέλου και της σημερινής βιόλας. 

ΤΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΗΣ

Η σημερινή βιόλα έχει τα ίδια, περίπου, χαρακτηριστικά με εκείνην που κατασκεύασε το 1574 ο Α. Αμάτι. Είναι λίγο μεγαλύτερη στο μέγεθος από το βιολί με μήκος σκάφους 40 - 42,5 εκατοστά, ενώ γενικά το συνολικό μήκος του οργάνου φτάνει περί τα 70 εκατοστά •ωστόσο να σημειωθεί ότι η μεγαλύτερη βιόλα στον κόσμο είναι 2 μέτρα ενώ η μικρότερη μόλις 60 εκατοστά.
Ο ήχος του οργάνου είναι βαρύτερος από αυτόν του βιολιού. Έχει τέσσερις χορδές διαφορετικού πάχους (ντο, σολ, ρε, λα), οι οποίες κουρδίζονται κατά διαστήματα πέμπτης και η μουσική του έκταση περιλαμβάνει 37 χρωματικούς φθόγγους • η έκταση ήχων της βιόλας καλύπτει 3½ οκτάβες από το ντο μέχρι το φα γεγονός που της προσδίδουν ένα πιο σκοτεινό ήχο από εκείνο του βιολιού . 



H μικρή διαφορά μεγέθους από το βιολί και η μεγάλη από το βιολοντσέλο, σε σύγκριση με την ενδιάμεση θέση όσον αφορά τον ήχο της, οφείλεται στο κράτημα της βιόλας κάτω από το σαγόνι, όπως κρατιέται και το βιολί . Γι' αυτό έγιναν, ήδη από το 17ο αιώνα, προσπάθειες για κατασκευή μιας viola tenore, με ίδιο κούρδισμα των χορδών αλλά σε μεγαλύτερο μέγεθος. Το γνωστότερο όργανο αυτού του είδους ήταν η viola medicea του Στραντιβάρι με μήκος σκάφους 47,8 εκατοστά. Στο τέλος του 19ου αιώνα κατασκευάστηκε η viola alta με μήκος 48 εκατοστά, σε ορισμένες παραλλαγές της με 5 χορδές. Αυτή, όπως και άλλες όμοιες προσπάθειες με βιόλες των 71 και 84 εκατοστών δεν ευδοκίμησαν, λόγω της δυσκολίας ή και αδυναμίας στο παίξιμο με κράτημα κάτω από το σαγόνι. 

ΜΟΥΣΙΚΗ ΓΙΑ ΒΙΟΛΑ 

Η βιόλα, από την ιστορία της και από την θέση της στην ορχήστρα, βρίσκεται στην σκιά του βιολιού. Τα πρώτα κοντσέρτα για βιόλα γράφτηκαν από τον Τέλεμαν στα μέσα του 18ου αιώνα. Ακολούθησαν έργα του βιρτουόζου Κάρλ Στάμιτς από το Μάνχάιμ. Μία σημαντική αυτοδυναμία στην ορχήστρα αποκτάει η βιόλα σταδιακά με έργα των Χάυντν, Μότσαρτ και Μπετόβεν. Το κοντσέρτο του Γκράουν, ο οποίος ανήκε στη βασιλική ορχήστρα του Πότσνταμ, είναι για βιολί, βιόλα και μπάσο κοντίνουο. Το κοντσέρτο για βιόλα, viola d' amore και μπάσο κοντίνουο του Γκράουπνερ από το Ντάρμστατ συνδυάζει δύο σόλο όργανα με παρεμφερή ήχο, τα οποία δύσκολα ξεχωρίζει ο ανειδίκευτος ακροατής. Στο κουιντέτο για κλαρινέτο του Μότσαρτ εναλλάσσεται η βιόλα με το σολιστικό όργανο και στο 4ο κουαρτέτο για φλάουτο παίζει το σολιστικό όργανο με την βιόλα και το τσέλο. Στο τρίο του ίδιου συνθέτη για κλαρινέτο, βιόλα και πιάνο, KV 498 (Kegelstatt), ακούγεται στο δεύτερο μέρος επίσης η εναλλαγή ήχων του πνευστού και του έγχορδου οργάνου, ενώ στο απόσπασμα του τρίτου μέρους παίζει η βιόλα το θέμα και το κλαρινέτο συμμετέχει στο παρασκήνιο με κλίμακες. 
Στην sinfonia concertante, KV 364, του Μότσαρτ παίζει η βιόλα το θέμα του δεύτερου μέρους και στην συνέχεια παραλλαγές του σε αντιπαράθεση με το βιολί. Στην εισαγωγή του δεύτερου μέρους της 5ης συμφωνίας του Μπετόβεν παίζουν οι βιόλες με τα βιολοντσέλα, ενώ τα κοντραμπάσα συνοδεύουν με πιτσικάτο. Στο τέταρτο μέρος του «Κουιντέτου της Πέστροφας» του Σούμπερτ παίζει η βιόλα με βιολί, βιολοντσέλο, κοντραμπάσο και πιάνο. Σ' ένα κουαρτέτο του ίδιου συνθέτη παίζει η βιόλα με φλάουτο και τσέλο, ενώ συνοδεύεται από κιθάρα. Στην σουίτα «Peer Gynt» του Γκριγκ παίζουν οι βιόλες και τα δεύτερα βιολιά πιτσικάτο στο ρυθμό μιας μαζούρκας. O Χολτσμπάουερ πάλι συνδυάζει σ' ένα κοντσέρτο του την βιόλα με το βιολοντσέλο. Σημειώνουμε ότι ο Μπαχ, o Μότσαρτ και ο Μπετόβεν ήταν δεξιοτέχνες στην βιόλα.
Ο Βέμπερ χρησιμοποιεί στην όπερα «Freischuetz» ένα μεγάλο δεξιοτεχνικό σόλο και ένα εντυπωσιακό εφέ με τρέμολο για τις βιόλες. Στην δεύτερη σερενάτα του Μπραμς δεν παίζουν καθόλου βιολιά παρά μόνο βιόλες. Τo κυριότερο έργο για βιόλα του 19ου αιώνα θεωρείται αυτό που έγραψε ο Μπερλιόζ, όπως λέγεται, για τον Παγκανίνι και έχει τίτλο «Harold en Italie». Ο ίδιος ο Παγκανίνι έχει συνθέσει μία σονάτα για βιόλα και κιθάρα. Στο έργο «Με βροντές & αστραπές»του Γιόχαν Στράους παίζουν οι βιόλες ένα θέμα, διακοπτόμενες από τα κρουστά που μιμούνται τις βροντές. Τέλος, στο διπλό κοντσέρτο του Μαξ Μπρουχ παίζουν η βιόλα και το κλαρινέτο. 

Αριστοτέχνες στην κατασκευή των οργάνων τύπου βιόλας, αναδείχθησαν οι περίφημοι οργανοποιοί της Κρεμόνας και του Τυρόλου, οι οποίοι δεν περιορίζονταν να παρουσιάζουν τέτοια όργανα, αλλά τους επέφεραν συνεχώς βελτιώσεις ώστε να έχουν καλύτερη απόδοση. 

Ξεχωριστό όργανο που ανήκει όμως στην ίδια οικογένεια ήταν το βιολόνε το οποίο λέγεται και contrabassso da viola που φέρει έξι χορδές τονισμένες μια οκτάβα κάτω από την βιόλα ντα γκάμπα και γλώσσα οπλισμένη με μεταλλικά αυλάκια. Αυτός ο τύπος παρέμεινε σε χρήση όταν είχαν εκτοπισθεί απ’ το βιολί όλα τα άλλα συναφή όργανα. Τέλος παλαιότερα υπήρχε και ένα ακόμα όργανο, η βιολόττα, την οποία κατασκεύσε ο Άλφρεντ Στέλτσνερ, μεγάλου μεγέθους και μικρής εντάσεως το οποίο σήμερα έχει ξεχασθεί εντελώς.



ΜΟΥΣΙΚΟ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

J. S. Bach - Brandenburg Concerto No.6 in B flat major BWV 1051 - I Allegro

Σάββατο 15 Δεκεμβρίου 2012

Antonio Vivaldi - Winter

O Χειμώνας από τις 4 Εποχές του Vivaldi συνοδείᾳ πινάκων ζωγραφικής που απεικονίζουν σκηνές του χειμώνα.


Καλό Χειμώνα!

Τετάρτη 7 Νοεμβρίου 2012

H Συμφωνική Ορχήστρα


Η συμφωνική (κλασσική) ορχήστρα είναι ένα μουσικό σύνολο, μια ορχήστρα μεγάλης κλίμακας, απoτελούμενη από συγκεκριμένα όργανα, που συγκροτείται για την εκτέλεση έργων συμφωνικής μουσικής ή όπερας. Στην Αναγέννηση, η ορχηστρική μουσική γραφόταν για τα όργανα που υπήρχαν διαθέσιμα στις Αυλές των φιλότεχνων αριστοκρατών. Κατά την περίοδο του Μπαρόκ, αρχικά η ορχήστρα αποτελούνταν μόνο από έγχορδα και επιπρόσθετα όργανα του λεγόμενου συνεχούς βάσιμου ή μπάσο κοντίνουο (basso continuo), όπως ήταν το κλαβεσέν (τσέμπαλο), το όργανο ή το λαούτο.Στα πλαίσια της αναζήτησης και άλλων ηχοχρωμάτων, προστέθηκαν σταδιακά και πνευστά όργανα όπως το όμποε. Χάλκινα πνευστά όργανα και κρουστά, χρησιμοποιούνταν μόνο σε ειδικές περιπτώσεις για τον ιδιαίτερο "χρωματισμό" των μουσικών έργων. Στα τέλη του 16ου αιώνα, ωστόσο, η γαλλική βασιλική ορχήστρα των 24 εγχόρδων και των 12 πνευστών (γνωστή ως "Τα 12 βιολιά του βασιλια") σήμανε την χαρακτηριστική ορχήστρα του Μπαρόκ.
Κατά την μετάβαση από την μπαρόκ στην κλασική μουσική περίοδο, η ορχήστρα υπέστη πολλές αλλαγές και με την γέννηση και άνοδο της Συμφωνίας, που αποτελεί και την κατεξοχήν ορχηστρική μορφή σύνθεσης, άρχισε να παίρνει την σύγχρονη μορφή της. 
Τα έγχορδα πήραν την θέση του συνεχούς βασίμου, που έπαψε να χρησιμοποιείται. Η συμφωνική ορχήστρα του Μότσαρτ και του Χάυντν, πιο σταθερή σε σύνθεση και χρήση, αποτελείτο από πρώτα και δεύτερα βιολά, βιόλες, τσέλο και κοντραμπάσο, φλάουτα, όμποε, κλαρινέτα, φαγκότο, τρομπέτες, κόρνα και τύμπανα. Η "Χορωδιακή Συμφωνία" του Μπετόβεν (1824) οδήγησε στην καθιέρωση ως οργάνων ορχήστρας των πίκολο, του τρομπονιού, του τριγώνου, του μπάσο τυμπάνου και των κυμβάλων σε συνδυασμό με χορωδία.
Οι απαιτήσεις των συμφωνικών έργων ορισμένων ρομαντικών συνθερών, όπως του Μπερλιόζ και του Μάλερ, οδηγούν στην περαιτέρω εξέλιξη και επέκταση της ορχήστρας, και φτάνει στην σύγχρονή της μορφή στα τέλη του 19ου αι. Κατά τον 20ο αι. άρχισε να χρησιμοποιείται μια μεγάλη ποικιλία κρουστών. 
Η ορχήστρα διευθύνεται από τον μαέστρο, που είναι υπεύθυνος για το τέμπο, την δυναμική και την εκφραστική εκτέλεση της μουσικής. Κεφαλή της ορχήστρας είναι ο πρώτος βιολιστής.


Τα μουσικά όργανα της ορχήστρας


- Έγχορδα (βιολιά, βιόλες, τσέλο, κοντραμπάσο, πιάνο, άρπα)
- Ξύλινα πνευστά (κλαρινέτα, όμποε, φλάουτα/πίκολο, φαγκότα)
- Χάλκινα πνευστά (κόρνα, τρομπέτες, τρομπόνια, τούμπα)
- Κρουστά (τύμπανο, τρίγωνο, ξυλόφωνο, κύμβαλα, σαντούρι)

Ο αριθμός του κάθε τύπου οργάνου ποικίλλει και εξαρτάται από το έργο που εκτελείται. Τέλος, σε κάποια πιο εξηζητημένα μουσικά έργα, απαιτείται η χρήση μεγάλου αριθμού οργάνων ή και ειδικών μουσικών οργάνων, όπως κλαβεσέν, γκονγκ ή άλλους ήχους. 



Δευτέρα 10 Σεπτεμβρίου 2012

Νίκος Σκαλκώτας

O Νίκος Σκαλκώτας, με το λαϊκό μπαλέτο 'Η Θάλασσα' συγκεντρώνεται για άλλη μια φορά στη μελέτη της ελληνικής δημοτικής παράδοσης. Μια σειρά ζωντανών εικόνων, παρμένων αποκλειστικά απ' τη ζωή του θαλασσινού κόσμου και της ωραίας θάλασσας, αποδίδει ένα μικρό φραγκμέντο, σαν υπόθεση, που περιστρέφεται πότε στο φανταστικό πότε στο φαντασμαγορικό (χορός - μπαλέτου) και συχνά στο λαϊκό μοτίβο, σε παραδόσεις της θαλασσινής ζωής. Η όλη μουσική, χωρίς το μπαλέτο, θα μπορούσε να ονομασθεί συμφωνική σουίτα (ή και συμφωνικού χορευτικού ποιήματος). Ο τόνος της μουσικής είναι λαϊκός από αρχής μέχρι τέλους, με τάση προς την απλότητα του χορού, του ρυθμού και της φαντασίας του μπαλέτου, που δεσπόζει σαν οδηγός στις διάφορες αντιθετικές εικόνες της σκηνής.
Ο Νίκος Σκαλκώτας στο σύντομο διάστημα της ζωής του (1904-1949), πρόλαβε να αφήσει πλούσιο έργο, που περιλαμβάνει περίπου 110 συνθέσεις. Μάλιστα το ύφος των έργων του διαφέρει, τόσο σε μουσική τεχνοτροπία (δεν υπάρχει σαφής διαχωρισμός τονικής και ατονικής περιόδου), όσο και σε μουσικό είδος, καθώς καλύπτει όλα τα μουσικά είδη, πλην της όπερας. Τα σημαντικότερα έργα του θεωρούνται η "Εισαγωγή" και η "Επιστροφή του Οδυσσέα" (Συμφωνικές Σουίτες για ορχήστρα), οι 36 Ελληνικοί Χοροί για ορχήστρα, τα μπαλέτα "Η Λυγερή και ο Χάρος", "Τέσσερις Εικόνες" και "Η θάλασσα", καθώς και τα "Δέκα Σκίτσα" και η "Μικρή Σουίτα" για έγχορδα. Στα έργα του περιλαμβάνονται επίσης κομμάτια για και πιάνο, συνοδεία βιολοντσέλου, πνευστών και βιολιού.
Κάθε αναφορά στον Νίκο Σκαλκώτα, σημαίνει να σηκώσεις την πέτρα του καθημερινού, και του εφήμερου και να προσπαθήσεις να ανακαλύψεις μια «παράλληλη» Ελλάδα, μια Ελλάδα που εργάζεται, μοχθεί, αναζητά και δημιουργεί.
Κάθε αναφορά στον Νίκο Σκαλκώτα - όπως και σε άλλους βεβαίως γιατί δεν είναι ο μόνος - σημαίνει να ανακαλύψεις τόπους και ανθρώπους με τις ιστορίες τους, τις παραδόσεις τους.
Κάθε αναφορά σε ανθρώπους σαν τον Νίκο Σκαλκώτα, είναι και ένα τράνταγμα στην δική μας ύπαρξη, γιατί πολλές φορές παρασυρμένοι από το εφήμερο, το καθημερινό, το ρηχό, ξεχνάμε «που είναι το σπίτι μας», απομακρυνόμαστε από αυτά που είναι δικά μας, καταδικά μας, και υιοθετούμε άλλα. Οι θρύλοι από το Παραμυθόδραμα ψιθυρίζουν ίσως ακόμα την δική τους μελωδία στα έλατα του Ελικώνα…
Κάθε αναφορά σε ανθρώπους σαν τον Σκαλκώτα, κάθε βήμα στην αναψηλάφηση της ζωής του από τότε που γύρισε στην Ελλάδα το 1933 θα μας φέρει αντιμέτωπους με την μοχθηρία, την κακία, το μίσος, το φθόνο, τον υπόγειο πόλεμο που μειώνει - ή έτσι νομίζει - προσωπικότητες και καταστρέφει ζωές. 


Μια θέση βιολιού στην Κρατική Ορχήστρα, σε αυτόν που στα 16του τελείωσε με την Ανώτατη Διάκριση…
Καμιά δημόσια εκτέλεση έργου του όσο ζούσε… Έζησε και έφυγε μέσα σε ένα κύκλο σιωπής, ο μαέστρος δεν ζήτησε τίποτα, μόνο να τον ακούσουν. Δεν του το επέτρεψαν…
Ο Νίκος Σκαλκώτας ζει μέσα από την προσπάθεια λίγων ανθρώπων που ανέλαβαν να διασώσουν το έργο του, να διασώσουν το αρχείο του, να διατηρήσουν ζωντανή την μνήμη του…
Ο Νίκος Σκαλκώτας ζει μέσα από την ακρόαση των έργων του.
Την ώρα που μαζικά «προσφέρεται» «μουσική» μιας χρήσης, που τελικά προσβάλλει χιλιάδες ανθρώπους καθώς διέπεται από την βαθιά αντιδραστική αντίληψη ότι «ο κόσμος δεν καταλαβαίνει και το μόνο που θέλει είναι να χαλαρώνει», μέσα στα έργα του νεαρού από την Χαλκίδα, μπορούμε να βρούμε αντιστάσεις και απαντήσεις που θέλουν όμως ψάξιμο. Ποτέ όμως η σκέψη δεν ήταν εύκολη υπόθεση, αλλά το να ανακαλύψεις τα έργα του Σκαλκώτα αξίζει τον κόπο γιατί είναι έργα διαποτισμένα με την πιο βαθιά ουσία του ελληνισμού, γιατί πέρα από το «γραφικό» και το «δημοφιλές» πάνε παραπέρα, πολύ πιο πέρα, διατηρώντας όμως την βαθύτερη ουσία, τον κορμό ενός μεγαλοπρεπούς και αυτοδύναμου οικοδομήματος που είναι η ελληνική μουσική, έτσι όπως διαμορφώθηκε επί αιώνες στα βράχια και τους κάμπους τούτου του τόπου… 


Tο έργο
Ο Νίκος Σκαλκώτας, με το λαϊκό μπαλέτο 'Η Θάλασσα' συγκεντρώνεται για άλλη μια φορά στη μελέτη της ελληνικής δημοτικής παράδοσης. Μια σειρά ζωντανών εικόνων, παρμένων αποκλειστικά απ' τη ζωή του θαλασσινού κόσμου και της ωραίας θάλασσας, αποδίδει ένα μικρό φραγκμέντο, σαν υπόθεση, που περιστρέφεται πότε στο φανταστικό πότε στο φαντασμαγορικό (χορός - μπαλέτου) και συχνά στο λαϊκό μοτίβο, σε παραδόσεις της θαλασσινής ζωής. Η όλη μουσική, χωρίς το μπαλέτο, θα μπορούσε να ονομασθεί συμφωνική σουίτα (ή και συμφωνικού χορευτικού ποιήματος). Ο τόνος της μουσικής είναι λαϊκός από αρχής μέχρι τέλους, με τάση προς την απλότητα του χορού, του ρυθμού και της φαντασίας του μπαλέτου, που δεσπόζει σαν οδηγός στις διάφορες αντιθετικές εικόνες της σκηνής.

Από το ένθετο στο cd 



Κυριακή 12 Αυγούστου 2012

Antonio Vivaldi




Ο Αντόνιο Λούτσιο Βιβάλντι (Antonio Lucio Vivaldi, 1678 - 1741), γεννήθηκε στην Βενετία στις 4 Μαρτίου 1678 και η κλίση του στην μουσική φάνηκε από νεαρή ηλικία. Η οικογένεια του ήταν πολυμελής και αριθμούσε οκτώ, κατά άλλες πηγές πέντε, μικρότερα αδέλφια • το όνομα της μητέρας του ήταν Καμίλλα Καλίκκιο ενώ πατέρας του ήταν ο Τζοβάννι Μπαττίστα Βιβάλντι, αρχικά κουρέας στο επάγγελμα και εν συνεχεία επαγγελματίας βιολονίστας. Σύμφωνα με μαρτυρίες της εποχής, πατέρας και γιός έδιναν μαζί συναυλίες με εξαιρετική επιτυχία. 

Ελάχιστοι συνθέτες είναι τόσο στενά συνυφασμένοι με την γενέτειρα τους όσο ο Αντόνιο Βιβάλντι, όχι μόνον επειδή γεννήθηκε και πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην Βενετία, αλλά κυρίως γιατί τόσο η ενόργανη όσο και η φωνητική μουσική του αποπνέουν -άλλοτε έντονα άλλοτε αχνά- την υγρή αλλά διαυγή ατμόσφαιρα της ενετικής πρωτεύουσας. Τον 17ο και τον 18ο αιώνα η Γαληνότατη Δημοκρατία ( La Serenissima Republica) της Βενετίας είχε αρχίσει να παρακμάζει. Μολονότι υπήρχαν ακόμη οικογένειες με μεγάλες περιουσίες, η οικονομία ήταν στα πρόθυρα της κατάρρευσης. Αναμφίβολα η Βενετία είχε αρχίσει να χάνει την αίγλη και την ισχύ της, ωστόσο την εποχή του Βιβάλντι η πόλη διατηρούσε αμείωτη την πολιτιστική της ακτινοβολία.

Ως πρωτότοκος γιός της οικογενείας, ο Αντόνιο ακολούθησε ιερατική σταδιοδρομία και χειροτονήθηκε τον Μάρτιο του 1703.Κατείχε δε, το παρεπώνυμο «κόκκινος παπάς» (prete rosso) εξαιτίας του χρώματος των μαλλιών του. Διέφερε αρκετά από τους συναδέλφους του, ενώ διέκοπτε την λειτουργία για να καταγράφει νέες μουσικές ιδέες. Έπαψε οριστικά των καθηκόντων του λίγα χρόνια μετά, επικαλούμενος σοβαρούς λόγους υγείας. 

Pio Ospedale della Pieta
Τον Σεπτέμβριο του 1703 ο Βιβάλντι εγκαινίασε την πολυετή επαγγελματική συνεργασία του με το ένα από τα σημαντικότερα ορφανοτροφεία της πόλεως, το Pio Ospedale della Pieta. Εκεί, εργάστηκε για 25 συναπτά έτη, αρχικά ως δάσκαλος βιολιού ενώ αργότερα έγινε μουσικός διευθυντής του ιδρύματος. Παράλληλα έγραφε ενόργανη (δηλαδή μουσική χωρίς ποιητικό κείμενο) και φωνητική μουσική για τα μουσικά σύνολα (την Ορχήστρα και ενίοτε και την Χορωδία του Ορφανοτροφείου) κάνοντας την περιζήτητη ακόμα και στο εξωτερικό. 

Στις αρχές του δεκαετίας του 1720, εμπνευσμένος ίσως από τα όμορφα περίχωρα της Μάντοβας, στα οποία έζησε τρία χρόνια, ο Βιβάλντι συνέθεσε τα τέσσερα κονσέρτα για βιολί που αποτελούν τις  «Τέσσερις εποχές». Το πρώτο κονσέρτο, το οποίο φέρει τον τίτλο «Άνοιξη», περιλαμβάνει μουσικά θέματα από την εισαγωγή (sinfonia) της πρώτης πράξης της όπερας «Ιουστίνος».Τα κονσέρτα αυτά ήταν επαναστατικά για την εποχή τους. Καθένα συνοδευόταν από ένα σονέτο, πιθανότατα του ίδιου του συνθέτη, στο οποίο περιγράφονταν μερικές από τις σκηνές που τον είχαν εμπνεύσει : το κελάρυσμα του νερού, το κελάηδισμα των πουλιών, η αναπνοή του κοιμούμενου βοσκού, η βοή της καταιγίδας, η σιωπή της νύχτας στην εξοχή, η ομορφιά της χιονισμένης φύσης, ο ήχος παιδιών που παγοδρομούν και η θαλπωρή της φωτιάς τον χειμώνα. Οι «Τέσσερις εποχές» συνιστούν τα τέσσερα πρώτα κονσέρτα της συλλογής Il cimento dell' armonia e dell' inventione, έργο 8. Εκδόθηκαν στο Άμστερνταμ το 1725 από τον εκδοτικό οίκο του Michel- Charles Le Ce'ne.




 
Ο Αντόνιο Βιβάλντι υπήρξε εξαιρετικός βιολονίστας • μάλιστα λέγεται ότι τα δάκτυλα του έφθαναν σχεδόν μέχρι την γέφυρα του βιολιού, αφήνοντας ελάχιστο χώρο για το δοξάρι, ενώ έπαιζαν με απίστευτη ταχύτητα και στις τέσσερις χορδές ταυτόχρονα παράγοντας δύσκολες συνηχήσεις. Ωστόσο, διακρίθηκε για το συνθετικό του έργο, κυρίως για τα κονσέρτα του, τα οποία αριθμούν περί τα 500 συνολικά •υπολογίζονται περί τα 230 για βιολί αλλά και πολλά άλλα για έγχορδα και πνευστά όργανα (φαγκότο, βιολοντσέλο, όμποε, φλάουτο κ.α). Πέρα από τα κονσέρτα. ο Βιβάλντι συνέθεσε για το Ορφανοτροφείο και έργα εκκλησιαστικής φωνητικής μουσικής. Τα θρησκευτικά του έργα τα οποία ξεπερνούν τα 60 περιλαμβάνουν μοτέτα, λειτουργίες, ψαλμούς, ορατόρια, καντάτες κ.α.
Διέπρεψε, επίσης, ως συνθέτης λυρικών έργων • σε νεαρή ηλικία είχε, κατά πάσα πιθανότητα, συμμετάσχει σε λυρικές παραστάσεις, αλλά η πρώτη δική του όπερα, με τίτλο Ottone in villa ( ο Όθων στην εξοχή), παρουσιάστηκε στην Βιτσέντσα το 1713, ενώ ένα χρόνο αργότερα, τον Νοέμβριο του 1714 παίχτηκε για πρώτη φορά λυρικό έργο του στην Βενετία. Σύμφωνα με πηγές, εικάζεται ότι έγραψε συνολικά 95 όπερες.
 

 Μολονότι υπήρξε ένας από τους δημοφιλέστερους συνθέτες της εποχής, τα τελευταία χρόνια της ζωής του αντιμετώπιζε τόσο σοβαρά οικονομικά προβλήματα όσο και προβλήματα συμπεριφοράς από την τοπική κοινωνία. Τα έργα του έπαψαν να εκτελούνται στην Βενετία και έτσι στράφηκε προς τον αυτοκράτορα Κάρολο ΣΤ΄, επικαλούμενος την στενή φιλία που τους συνέδεε. Εκείνος τον κάλεσε στην Βιέννη, ωστόσο δεν στάθηκε τυχερός διότι ο αιφνίδιος θάνατος του αυτοκράτορα ανέτρεψε τα σχέδια του συνθέτη. Εν τούτοις, παρέμεινε στην πόλη έως τις 28 Ιουλίου 1741 όπου πέθανε από γαστρεντερική μόλυνση και ενταφιάστηκε στο νεκροταφείο του νοσοκομείου της Βιέννης. 

Μετά τον θάνατο του Βιβάλντι η μουσική του λησμονήθηκε και επανήλθε στο προσκήνιο τον 20ο αιώνα, όπου μελετήθηκε συστηματικά. Η μουσική του ήταν πρωτοποριακή για την εποχή της, ενώ τα έργα του σύνθετα αλλά απολαυστικά.Τελειοποίησε μορφολογικά την φόρμα του τριμερούς κονσέρτου, ενώ συνέβαλε ως προς την ρυθμική αγωγή των τριών μερών, στην καθιέρωση του τύπου γρήγορο- αργό- γρήγορο. Υπήρξε δε, από τους πρώτους συνθέτες που εισήγαγαν καντέντσες για τους σολίστες. Τέλος, τελειοποίησε και καθιέρωσε το ριτορνέλο (ritornello), το οποίο είναι μουσική ενότητα αντίστοιχο με το σημερινό ρεφρέν, η οποία επαναλαμβάνεται από όλη την ορχήστρα σε διάφορες τονικότητες, και εναλλάσσεται με επεισόδια διαφορετικού θεματικού χαρακτήρα ή με δεξιοτεχνικά χωρία στα οποία κυριαρχεί ο σολίστας. Στα γρήγορα μέρη των κονσέρτων του Βιβάλντι είναι αξιοσημείωτος ο ρυθμικός δυναμισμός και η πρωτοτυπία των μουσικών θεμάτων, ενώ τα αργά μέρη συχνά θυμίζουν άριες παρά κονσέρτα. 

Παρά τους κραδασμούς που υπέστη τα τελευταία χρόνια της ζωής του, είναι γεγονός ότι σήμερα η θέση του στην ιστορία της μουσικής έχει αποκατασταθεί, δεδομένου ότι θεωρείται ως ένας από τους σημαντικότερους  μουσουργούς του όψιμου Μπαρόκ. 


Σάββατο 31 Δεκεμβρίου 2011

Γιορτινές Συναυλίες

Σάββατο 31/12/11, 22.00, ΕΤ1 (μαγνητοσκοπημένη μετάδοση)

ΟΡΧΗΣΤΡΑ ΤΩΝ ΑΝΑΚΤΟΡΩΝ SCHONBRUNN ΤΗΣ ΒΙΕΝΝΗΣ


Η φημισμένη και διεθνώς αναγνωρισμένη Ορχήστρα των Ανακτόρων Schoenbrunn της Βιέννης (Schloss Schoenbrunn Orchester Vienna) διακρίνεται για τον καθαρό ήχο στην ερμηνεία της μουσικής, την άψογη εμφάνιση και μια πολύ όμορφη και σχεδόν παραμυθένια σκηνική παρουσία.
Με τη Schloss Schoenbrunn Orchester Vienna εμφανίζονται η σοπράνο Patricia Nessy και ο βαρύτονος Sebastian Huppman σε γνωστές και αγαπημένες άριες, ενώ συμμετέχουν χορευτικά ζευγάρια από το Μπαλέτο της Όπερας της Βιέννης με επικεφαλής τον πρώτο χορευτή του Μπαλέτου της Όπερας της Βιέννης Gregor Hatala που έχει χορέψει και στην φετινή καθιερωμένη Πρωτοχρονιάτικη συναυλία της Φιλαρμονικής Ορχήστρας της Βιέννης, με την παρτενερ του, Karina Sarkissova.
Αξίζει να σημειωθεί ότι από την έναρξη των κοντσέρτων στο Παλάτι Schoenbrunn, οι καθημερινές παραστάσεις τους έπαιζαν σημαντικό ρόλο στην πολιτιστική και μουσική ζωή της Βιέννης. Στον Πορτοκαλεώνα του Schoenbrunn -ένα μέρος άκρως παραδοσιακό- η Schoenbrunn Palace Orchestra και το Schoenbrunn Chamber Ensemble απέδιδαν τους πιο όμορφους ρυθμούς από κλασικούς συνθέτες όπως οι Wolfgang Amadeus Mozart και Johann Strauss. Εκτός από τις συναυλίες της στο φημισμένο αυτό χώρο, η Schloss Schoenbrunn Orchester Vienna κάνει πολλές διεθνείς περιοδείες, με στόχο την εξοικείωση του κοινού με την μοναδική μουσική κληρονομιά της Αυστρίας, έτσι ώστε να μπορέσει και ο υπόλοιπος κόσμος να απολαύσει τους μεγάλους συνθέτες της εποχής εκείνης. Η αντίδραση του κοινού σε όλες αυτές τις συναυλίες είναι πάντα πολύ ενθουσιώδης.


Κυριακή 1/1/12, 12.15, ΕΤ1 (απευθείας μετάδοση)

ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΤΙΚΗ ΣΥΝΑΥΛΙΑ ΤΗΣ ΦΙΛΑΡΜΟΝΙΚΗΣ ΟΡΧΗΣΤΡΑΣ ΤΗΣ ΒΙΕΝΝΗΣ


Η Πρωτοχρονιάτικη Συναυλία της Φιλαρμονικής Ορχήστρας της Βιέννης πραγματοποιείται κάθε χρόνο στο Musikverein στη Βιέννη και αποτελεί ένα πραγματικά παγκόσμιας εμβέλειας μουσικό γεγονός λόγω της τηλεοπτικής και ραδιοφωνικής μετάδοσής του. Η συναυλία μεταδίδεται τηλεοπτικά σε 70 χώρες είτε σε απευθείας σύνδεση είτε με χρονοκαθυστέρηση και περιλαμβάνεται στα προγράμματα 300 και πλέον ραδιοφωνικών σταθμών σε ολόκληρο τον κόσμο.
Βαλς, πόλκες κι εμβατήρια της δυναστείας των Στράους και των συγχρόνων τους απαρτίζουν, για μια ακόμη φορά, το πρόγραμμα της συναυλίας. Ωστόσο, οι μουσικοί της Φιλαρμονικής της Βιέννης δεν θεωρούν την συναυλία αυτή ένα απλό καλλιτεχνικό γεγονός αλλά ένα μήνυμα ελπίδας, φιλίας και ειρήνης το οποίο θέλουν να μεταδώσουν σε ολόκληρο τον κόσμο.

Παρασκευή 14 Οκτωβρίου 2011

11 όπερες απευθείας από την Metropolitan Opera

11 υψηλού επιπέδου λυρικές παραγωγές για τη σεζόν 2011-2012, θα μεταδοθούν ζωντανά από τη σκηνή της Metropolitan Opera της Νέας Υόρκης σε οθόνη με ανάλυση υψηλής ευκρίνειας στην Αθήνα, την Θεσσαλονίκη και σε 5 ακόμα πόλεις.

Το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, το μεγαλύτερο πολιτιστικό κέντρο της χώρας, αναγνωρισμένο διεθνώς, με τον υπερσύγχρονο τεχνολογικό του εξοπλισμό, θα προσφέρει την ξεχωριστή εμπειρία της απευθείας παρακολούθησης των παραστάσεων του προγράμματος «The ΜΕΤ: live in HD» στους φίλους της όπερας και της κλασικής μουσικής στην Αθήνα. Μια εξαιρετικά σημαντική συνεργασία καθώς το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών φιλοξενεί παραγωγές όπερας που προκαλούν το διεθνές ενδιαφέρον και συναυλίες με τα μεγαλύτερα αστέρια της παγκόσμιας λυρικής σκηνής, μερικά από τα οποία πρωταγωνιστούν στις μεταδόσεις που θα παρακολουθήσουμε.

Το Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης είναι ένα από τα πλέον σύγχρονα πολιτιστικά και συνεδριακά κέντρα, με διεθνείς προδιαγραφές. Οι εγκαταστάσεις του, που αποτελούν σημείο αναφοράς για τον πολιτισμό στην ευρύτερη περιοχή της Μακεδονίας, θα προσφέρουν σε απευθείας μετάδοση «The Met: live in HD» δίνοντας έτσι τη δυνατότητα στο κοινό της συμπρωτεύουσας να απολαύσει 11 υψηλού επιπέδου λυρικές παραγωγές. Οι προβολές αυτές έρχονται να συμπληρώσουν ένα πρόγραμμα που το χαρακτηρίζει η πολυσυλλεκτικότητα και η ποιότητα.

Στο δίκτυο αιθουσών εντάσσονται επίσης:

Το Μέγαρο Μουσικής Κομοτηνής
Το Δημοτικό Θέατρο Μυτιλήνης
Ο Δημοτικός Κινηματογράφος Καβάλας OSCAR
Το Αλεξάνδρειο Συνεδριακό Κέντρο Λουτρακίου
Το Κινηματοθέατρο ΣΤΑΡ στη Βέροια

Όπως έχει ήδη ανακοινωθεί, η σεζόν του πολυβραβευμένου προγράμματος The Met: Live in HD ξεκινάει το Σάββατο 15 Οκτωβρίου με τη νέα παραγωγή της ΜΕΤ «Anna Bolena» του Donizetti, και πρωταγωνίστρια την Anna Netrebko. Το έργο, με σκηνοθέτη το David Mc Vicar και διευθυντή ορχήστρας το Marco Armiliato, βασίζεται στις τελευταίες, τραγικές ημέρες της Άννας Μπολέϋν. Η Anna Netrebko θα αναμετρηθεί με έναν ρόλο που αποτελεί επίδειξη ερμηνείας και φωνής και που έχουν ενσαρκώσει οι μεγαλύτερες σοπράνο στην ιστορία της όπερας, όπως: η Τζόαν Σάδερλαντ, η Μοντσεράτ Καμπαλιέ, η Εντίτα Γκρουμπερόβα, η Ρενάτα Σκότο, η Μαριέλα Ντεβία και η Μαρία Κάλλας.


Ακολουθούν:

  • Ντον Τζιοβάνι του Μότσαρτ στις 29 Οκτωβρίου 2011
  • Ζίγκφριντ του Βάγκνερ στις 5 Νοεμβρίου 2011 (ημερομηνία προβολής στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών: 10 Νοεμβρίου 2011)
  • Satyagraha του Φίλπ Γκλας στις 19 Νοεμβρίου 2011
  • Ροντελίντα του Χέντελ στις 3 Δεκεμβρίου 2011
  • Φάουστ του Γκουνό στις 10 Δεκεμβρίου 2011
  • Το Μαγεμένο Νησί (Enchanted Island- Παγκόσμια πρεμιέρα) στις 21 Ιανουαρίου 2012
  • Το Λυκόφως των Θεών (Gotterdammerung) του Βάγκνερ στις 11 Φεβρουαρίου 2012
  • Ερνάνι του Βέρντι στις 22 Μαρτίου 2012
  • Μανόν του Μασνέ στις 7 Απριλίου 2012 (ημερομηνία προβολής στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών: 10 Απριλίου 2012)
  • Τραβιάτα του Βέρντι στις 20 Απριλίου 2012



Τρίτη 12 Απριλίου 2011

Τετάρτη 16 Μαρτίου 2011

Franz Liszt

Ούγγρος ρομαντικός συνθέτης (1811 - 1886) κι ένας από τους σπουδαιότερους και τεχνικά αρτιότερους πιανίστες της εποχής του. Γεννήθηκε το 1811 στην Ουγγαρία από γονείς γερμανικής καταγωγής· ο πατέρας του έπαιζε πιάνο, βιολί, τσέλο και κιθάρα, και άρχισε να διδάσκει πιάνο στον Liszt στην ηλικία τον 6 ετών, οπότε κι αποκαλύφθηκε το μεγάλο του ταλέντο. Ασχολείται με την σύνθεση μουσικών έργων στα 8 και εμφανίζεται σε συναυλίες στα 9 του χρόνια. Αργότερα, η οικογένεια μετακομίζει στην Βιέννη προκειμένου ο Franz να λάβει συστηματική μουσική εκπαίδευση· καθηγητές του υπήρξαν ο Carl Czerny και ο Antonio Salieri. Στην πρώτη του προσωπική συναυλία το 1822, ενθουσίασε το κοινό, έλαβε εξαιρετικές κριτικές και γνώρισε τον Beethoven και τον Schubert. To 1823 η οικογένεια μετακομίζει στο Παρίσι, όπου ο συνθέτης έρχεται σε επάφη με σημαίνουσες προσωπικότητες της εποχής, όπως τον Victor Hugo, τον Frédéric Chopin και τον Hector Berlioz.
Θαύμαζε τον βιρτουόζο βιολιστή Niccolo Paganini κι επιθυμούσε να εξελίξει την τεχνική του στο πιάνο σε ανάλογο βαθμό. To Παρίσι κατά την δεκαετία του '30 έγινε το κέντρο της προσπάθειας τελειοποιήσεως της τέχνης και της τεχνικής του πιάνου. Δεκάδες πιανίστες επικεντρώνονταν στην τελειοποίηση συγκεκριμένων τεχνικών παιξίματος, με αποτέλεσμα το επίπεδο της μουσικής εκτελέσεως να φτάσει σε απίστευτα ύψη. Το στοιχείο, όμως, που καθιστούσε τον πιανίστα Liszt ξεχωριστό, ήταν η τεχνική του αρτιότητα σε όλες τις τεχνικές, σ' αντίθεση με τους υπολοίπους που ειδικεύονταν σε συγκεκριμένες.
Ως το 1847 είχε αποκτήσει τεράστια φήμη σ' ολόκληρη την Ευρώπη, στην οποία περιόδευε για αρκετά χρόνια κι έδινε συναυλίες. Αυτήν την χρονιά, όμως, εγκαταλείπει την σολιστική του καρίερα κι αφοσιώνεται στην μουσική σύνθεση. Εξαιρετικά ευρύ το μουσικό του έργο περιλαμβάνει ορχηστρικές συνθέσεις, χορωδιακές συνθέσεις, και έργα για σόλο πιάνο, στα οποία όντας εξαιρετικός γνώστης του οργάνου εκμεταλλεύτηκε όλες τις δυνατότητές του. Αποτελεί τον εισηγητή του Συμφωνικού Ποίηματος, μιας σύνθεσης με την οποία παρουσιάζεται στο κοινό μέσω της μουσικής ένα εξωμουσικό θέμα, κυρίως από την λογοτεχνία, την ζωγραφική ή την φύση.



1. Faust
2. Gretchen
3. Mephistopheles - Final Chorus