Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 13 Οκτωβρίου 2013

Δημοτικά Τραγούδια του Μακεδονικού Αγώνα


Παύλος Μελάς

ΣΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ ΜΕΛΑ
Σαν τέτοια ώρα στο βουνό ο Παύλος πληγωμένος
μες στο νερό του αυλακιού ήτανε ξαπλωμένος. 
- Για σύρε, Δήμε μου πιστέ, στην ποθητή πηγή μου
και φέρε μου κρύο νερό, να πλύνω την πληγή μου. 
Δεν κλαίω την λαβωματιά, δεν κλαίω και το βόλι,
μον' κλαίω που με άφησε η συντροφιά μου όλη.
Σταλαγματιά το αίμα μου για σε, Πατρίς μου, δίνω,
για να 'χεις δόξα και τιμή, να λάμπεις σαν τον ήλιο. 




Καπετάν Βάρδας

ΛΕΒΕΝΤΙΑ ΚΑΜΑΡΩΤΗ
Λεβαντιά καμαρωτή μέσα σε βουνά και δάση
με ντουφέκια, με σπαθί την Πατρίδα να δοξάσει. 
Φεύγουν οι εχθροί μας, παν', κάθε Βούργαρος και Τούρκος. 
Φεύγουν, φεύγουν, δε βαστούν. Ποιος μπορεί να βγει μπροστά σου;
Γεια σου Βάρδα αετέ, όμορφό μου παλικάρι.
Γεια σου Βάρδα ξακουστέ! Ποιος την έχει τέτοια χάρη;
Τα πουλιά γλυκολαλούν πάνω στα βουνά, στα δάση: 
Κάθε κρότος ντουφεκιού την Πατρίδα να δοξάσει...




Καπετάν Ζάκας
 ΤΟΥ ΖΑΚΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΓΕΡΜΑ
Ο Ζάκας ο περήφανος κι ο Γέρμας το ξεφτέρι
μ' όλο λεβέντες διαλεχτούς, μ' εξήντα παλικάρια,
στη Λόσνιτσα περάσανε να κάμουν το λημέρι,
'κει π' αγκαλιάζονται οι οξυές με τα χλωρά χορτάρια
και τρέχουν γάργαρα νερά, τα δέντρα που ισκιώνουν.
Ψιλό τραγούδι άρχισαν να ψιλοτραγουδούνε...
Πρώτος ο Ζάκας τ' άρχισε κι ο Γέρμας τ' αποσώνει. 
Μαύρο κοράκι πέταξε και το τραγούδι παύει. 
Τουρκιά χιλιάδες πλάκωσε, μαύρη σαν καλιακούδα. 
Με μια ορμή ριχτήκανε στην τούρκικη τη φλόγα
και κόβουν Τούρκους άπειρους σαν θεριστές τα στάχυα...


Καπετάν Νικοτσάρας
ΚΑΙ ΠΕΦΤΕΙ ΑΘΑΝΑΤΟΣ ΝΕΚΡΟΣ
Για έβγα, ήλιε μου χρυσέ, να πάρεις την αντάρα,
που έχει το Μακρύοβο - βαριά σκοτεινιασμένο,
να ιδείς λεβέντες κι άρματα, να ιδείς το Νικοτσάρα
πώς της Τουρκιά τα τάγματα τον έχουνε ζωσμένο. 
Μ' οχτώ λεβέντες μοναχά χιλιάδες πολεμάει!
Τα βόλια δεν τον σκιάζουνε. Το χάρο δεν γροικάει.
Έξι ώρες κάνει πόλεμο! Έξι ώρες τους βαστάει!
Και ξεγυμνώνει το σπαθί, την έξοδο προστάζει.
Με τ' αντρειωμένο χέρι του ανοίγει δόξας δρόμο
κι ακολουθούν ατρόμητοι οι λίγοι σύντροφοί του. 
Αλλού μοιράζει θάνατο κι αλλού σκορπίζει τρόμο
και πέφτει αθάνατος νεκρός κι ακόμα τρεις μαζί του.

Όσα πουλιά κι αν τ' άκουσαν όλα μοιρολογούνε
μαζί με τις Στρωμνίτισσες τον άξιο Νικοτσάρα.


Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΔΟΒΙΣΤΑΣ
- Ποιοι είν' αυτοί, που δεν ψηφούν καθόλου τη ζωή τους
και με τους Τούρκους πολεμούν με όλη την ορμή τους; 
Μαύροι καπνοί σηκώνονται ψηλά εδώ στη ράχη...
- Άραγε ποιοι σκοτώνονται στην τρομερή τη μάχη;
Να, η Δοβίστα έγινε σαν άλλο Νέο Σούλι
με τη θυσία των παιδιών του καπετάν Μακούλη.
Δεν είν' ο πόλεμος, παιδιά, συνηθισμένη μάχη. 
Κόλαση μαύρη! Μα καρδιά οι Μακεδονομάχοι!
- Κράτα πρωτοπαλίκαρο! Νικόλα Τσιάπο, κράτα!
Ο Αμπλιάμπεης σκοτώθηκε καταμεσής στη στράτα.
Χτυπούν οι Τούρκοι, μα κι αυτοί κρατούνε λιονταρίσια!
Δε σκοτωθήκανε σκυφτοί, πέσαν παλικαρίσια!
Της Δοβίστας τα παλ'κάρια πολεμούν σαν τα λιοντάρια..

Δευτέρα 25 Μαρτίου 2013

Η "άγρια τόλμη" των κλέφτικων τραγουδιών


Το ύμνησε ο Γκαίτε. Το λάτρεψε ο Σολωμός. Το προσκύνησε ο Βαλαωρίτης. Το αγάπησε ο Παλαμάς, κι ο Μαλακάσης βέβαια κι ο Κρυστάλλης. Το εκτίμησε ιδιαίτερα ο Καβάφης, Το εκθείασε ο Σεφέρης, που το μετρούσε σαν «ατόφια ελληνική φωνή». Το σεβάστηκε ο Ελύτης, που έγραψε για τον Γκάτσο: «Αλλ’ εμείς τη δημοτική γλώσσα και την παράδοση τις εκμάθαμε. Σιγά σιγά και με πολύν κόπο. Εκείνος τις βρήκε μέσα του, έτοιμες, μαζί με τα τραγούδια των προγόνων του, τις αφομοίωσε μαζί με “το γάλα της μητρός του”, που θα έλεγε ο Σολωμός». Ο Γκάτσος, λοιπόν, μαθήτευσε σε αυτό, όπως κι ο Ρίτσος. Κι άλλοι, πολλοί, το υπηρέτησαν και το τίμησαν, με τον τρόπο του ο καθένας. Πλούσιο μέσα στην ποικιλία του το δημοτικό τραγούδι, ευαίσθητο, ελευθερωμένο από προκαταλήψεις και συμπλέγματα, άρα και συναρπαστικά ελευθερωτικό, απέσπασε κάτι βαθύτερο από τον θαυμασμό και πνευματικά γονιμότερο: το σέβας.
Οι έπαινοι που κέρδισε το δημοτικό τραγούδι δεν σχετίζονται αποκλειστικά με το καλλιτεχνικό του ύψος, τη λογοτεχνική του ευφυΐα και διαύγεια, την εκπληκτική οικονομία του. Ανταποκρίνονται σε ορισμένα θεμελιώδη γνωρίσματά του, που σπανιότατα κάμπτονται ή υποχωρούν· στην ευθύτητά του δηλαδή, στη δικαιοσύνη που το διακρίνει, στην τιμιότητα θεώρησης των ανθρωπίνων πραγμάτων που το εξυψώνει, στον τρόπο εντέλει με τον οποίο η βαθιά συγκίνηση μορφοποιείται σε λόγο χωρίς το αίσθημα να πλημμυρίζει πληθωριστικό τις λέξεις. Και στην απλότητά του βέβαια, που το σφραγίζει είτε όταν ζυγίζει και μετράει τον κόσμο είτε όταν αποδίδει τις ποικίλες εκδηλώσεις του, ευφρόσυνες ή πικρές, ειρηνικές ή πολεμικές.
Γράφοντας για το κλέφτικο, ο Κλωντ Φωριέλ, που πρώτος δημοσίευσε συλλογή ελληνικών δημοτικών τραγουδιών, το 1824, στο Παρίσι, σχολιάζει: «Ο, τι περισσότερο ξεχωρίζει αυτά τα βουνίσια τραγούδια από τα υπόλοιπα είναι ένα μοναδικά ρωμαλέο ύφος· είναι μια, πώς να το πω, άγρια τόλμη στη σύλληψη, στη σύνθεση και στις σκέψεις, που η απλότητα και το καθημερινό ύφος της έκφρασης τις κάνει να ξεπετάγονται πιο ζωντανές απ’ ό, τι θα πετύχαινε μια γλώσσα εμφατική και πιο στολισμένη. Υπάρχει κάποια αναλογία, κάποια αρμονία ανάμεσα στην ιδιοφυΐα των κλεφτών και σ’ εκείνη των ποιητών, που θα μας έκανε να νομίζουμε πως οι τελευταίοι θα μπορούσαν να μάχονται σαν τους πρώτους, κι αυτοί πάλι να τραγουδούν σαν τους άλλους· και δύσκολα θ’ αποφάσιζε κανείς αν βρίσκεται περισσότερος ενθουσιασμός, περισσότερο μίσος για τους Τούρκους, περισσότερη αγάπη για την ελευθερία στους στίχους των ραψωδών ή στη ζωή των ηρώων τους. Αισθάνεται κανείς σ’ όλες αυτές τις συνθέσεις την επίδραση των τόπων που τις ενέπνευσαν· αισθάνεται πως πρωτοβγήκαν στα βουνά. Αλλά αυτά τα βουνά είναι ελληνικά, και δεν έχουν καθόλου αιώνιους πάγους, και οι κορυφές τους δεν ξεπερνούν το ύψος όπου η γη παύει να νιώθει τη γλυκιά ζέστη του ήλιου, παύει να έχει πρασινάδες και λουλούδια» (βλ. το βιβλίο του Φωριέλ «Ελληνικά δημοτικά τραγούδια», εκδ. επιμέλεια Αλέξης Πολίτης, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 1999, τόμ. Α΄).
Αυτή την «άγρια τόλμη», που φανερώνεται απολαυστική και στην εικονοποιία των δημοτικών, στην τεχνική τους, τη διακρίνουμε και στην «ιδεολογία» τους, στη στάση τους απέναντι σε όσα συμβαίνουν, μια στάση που μπορούμε να τη θεωρήσουμε φυσική και αυθόρμητη, καρπό ενός λαϊκού πολιτισμού που κρατάει τις αξίες του, και όχι προϊόν κάποιας θεωρητικής σύλληψης. Ειδικά στα κλέφτικα, η στάση αυτή αποκαλύπτεται με διάφορες μορφές. Οδηγεί πρώτα πρώτα στην ιστόρηση επεισοδίων όπου τον τόνο τον έδωσε οτιδήποτε άλλο, πάντως όχι ο ηρωισμός, γεγονός που θέτει τα τραγούδια αυτού του περιεχομένου έξω από τον κανόνα «ορθοέπειας» που εκ των υστέρων πλάστηκε. Ο καπετάν Ζαχαριάς Μπαρμπιτσιώτης, λ.χ., για τον οποίο έγραφα εδώ την περασμένη Κυριακή, εμφανίζεται στο ακόλουθο δημοτικό όχι σαν ήρωας αλλά σαν κάποιος που καυχιέται μεθυσμένος από δύναμη για όσα αντεκδικούμενος έπραξε εις βάρος ενός ιερέα με τον οποίο είχε διαφορές: «Τι ’ν’ το κακό που γίνεται τούτο το καλοκαίρι, / τρία χωριά μάς κλαίονται, τρία κεφαλοχώρια, / μας κλαίγεται κι ένας παπάς από τον Αγιο Πέτρο. / Τι τόκαμα του κερατά και κλαίγετ’ από μένα; / Μήτε τα βόδια τ’ έσφαξα μήτε τα πρόβατά του· / τη μια του κόρη φίλησα, τις δυο του θυγατέρες, / το ’να παιδί του σκότωσα, τ’ άλλο το πήρα σκλάβο / και πεντακόσια δυο φλουριά για ξαγορά τού πήρα· / ούλα λουφέ τα μοίρασα, λουφέ στα παλικάρια, / κι ατός μου δεν εκράτησα τίποτα για τ’ εμένα».
Ολα τούτα ηχούν παράδοξα μόνο υπό δύο προϋποθέσεις: πρώτον, ότι παραγνωρίζουμε την ηθική της δημοτικής ποίησης, που δεν της επιτρέπει την αυτολογοκρισία, και δεύτερον ότι θεωρούμε πως τα κλέφτικα αφορούν αποκλειστικά την Επανάσταση και τους ήρωές της, τα ανδραγαθήματα και τον δοξασμένο ή μαρτυρικό θάνατό τους. Αλλά τα κλέφτικα είχαν αναπτυχθεί πολύ νωρίτερα, και με την ιδρυτική τους αμεροληψία κατέγραψαν και απαθανάτισαν και περιστατικά που ίσως ενοχλούν τη σημερινή ακοή, σε άλλα εθισμένη από νωρίς. Οσο βαθιά, ας πούμε, κι αν ήταν η χριστιανική πίστη, κι όποιος κι αν υπήρξε ο σεβασμός για τους ιερωμένους, ο δημοτικός τραγουδιστής δεν έχει κανένα πρόβλημα να παραδώσει στην αιώνια χλεύη (και χωρίς καν να υψώσει τον τόνο, απλώς ιστορώντας) έναν καλόγερο που το 1806 πρόδωσε στους Τούρκους τον Γιάννη (Ζορμπά) Κολοκοτρώνη, αδερφό του Θοδωράκη, ο οποίος μαζί με έξι συγγενείς του είχε ζητήσει καταφύγιο στο μοναστήρι της Αιμυαλούς κοντά στη Δημητσάνα. «Καλόγερος δεν μαρτυρά, δε γίνεται προδότης» βεβαιώνει τον Γιάννη Κολοκοτρώνη ο μοναχός, αμέσως έπειτα όμως: «Και κάνει τον ανήφορο και πάει στη Δημητσάνα. / Ψιλή φωνίτσα έριξε, όση κι αν εδυνάστη: / “Μικροί – μεγάλοι στ’ άρματα και γέροι στα ντουφέκια, / τ’ έχω δυο ξένους στο ληνό, στ’ αμπέλι, στο Βιδόνι”». Με τη δική του απλότητα, θυμάται ο Γέρος του Μοριά στα «Απομνημονεύματά» του: «Ο Γιάννης [...] επήγε εις τους Αιμυαλούς, μοναστήρι, του έδωσε ένας καλόγερος φαγί και έπειτα επήγε, έδωσε είδησιν εις τους Τούρκους, επήγαν, τον επολιόρκησαν εις τον ληνόν και τον εσκότωσαν».

Άρθρο στην εφημερίδα Καθημερινή. 



Πλην της αρχαίας απλότητος και λιτότητος παρατηρούμεν και ακραιφνές νεωτερικόν πάθος και σθένος ακαταδάμαστον εις τα δημοτικά τραγούδια, οπού η γλώσσα είναι έμπλεως ορμής προς απόσεισιν του ξενικού ζυγού και αδιαλλάκτου μίσους προς τους απίστους μουσουλμάνους. Τα κλέφτικα τραγούδια νομίζεις πως είναι χείμαρροι αφρισμένοι, εκρέοντες όχι από ανθρώπινα χείλη, αλλ’ από τους βράχους της Οίτης και του Ολύμπου". (Κ. Mendelsohn Bartholdy)

-----------------------

Να 'μουν το Μάη πιστικός, τον Αύγουστο δραγάτης,
και 'ς την καρδιά του χειμωνιού να μουνα κρασοπούλος. 
Μα πλιο καλά 'ταν να 'μουνα αρματωλος και κλέφτης. 
Αρματωλός μεσ' 'ς τα βουνά, και κλέφτης μεσ' 'ς τους κάμπους·
να 'χα τα βράχια αδέρφια μου, τα δέντρα συγγενάδια,
να με κοιμάν οι πέρδικες, να μ' εξυπνάν τ' αηδόνια,
και 'ς την κορφή της Λιάκουρας να κάνω το σταυρό μου,
να τρώγω τούρκικα κορμιά, σκλάβο να μη με λένε. 

Του Στέργιου (1789) 
[Ότε ο Αλή πασάς, λαβών ήδη από ενός έτους το πασαλίκιον των Ιωαννίνων, διωρίσθη επόπτης των κλεισωρειών, κατά το 1789, ήρχισε να καταδιώκη αμειλίκτως τους κλέφταις, αντικατέστησε δε και τους Έλληνας αρματωλούς δι' Αλβανών. Ο Στέργιος, τον οποίον μόνο εκ του άρματος τούτο γνωρίζομεν, ήτο εκ των καταδιωκομένων υπό του Αλή πασά κλεφτών]. 

Κι' αν τα ντερβένια τούρκεψαν, τα πήραν Αρβανίταις,
ο Στέργιος είναι ζωντανός, πασάδες δεν ψηφάει.
Όσο χιονίζουν τα βουνά, Τούρκους μην προσκυνούμε. 
Πάμε να λιμεριάζωμε όπου φωλιάζουν λύκοι. 
'Σ ταις χώραις σκλάβοι κατοικούν, 'ς τους κάμπους με τους Τούρκους, 
χώραις, λαγκάδια και ερημιαίς έχουν τα παλληκάρια. 
Παρά με Τούρκους, με θεριά καλύτερα να ζούμε.

 

Δευτέρα 10 Σεπτεμβρίου 2012

Νίκος Σκαλκώτας

O Νίκος Σκαλκώτας, με το λαϊκό μπαλέτο 'Η Θάλασσα' συγκεντρώνεται για άλλη μια φορά στη μελέτη της ελληνικής δημοτικής παράδοσης. Μια σειρά ζωντανών εικόνων, παρμένων αποκλειστικά απ' τη ζωή του θαλασσινού κόσμου και της ωραίας θάλασσας, αποδίδει ένα μικρό φραγκμέντο, σαν υπόθεση, που περιστρέφεται πότε στο φανταστικό πότε στο φαντασμαγορικό (χορός - μπαλέτου) και συχνά στο λαϊκό μοτίβο, σε παραδόσεις της θαλασσινής ζωής. Η όλη μουσική, χωρίς το μπαλέτο, θα μπορούσε να ονομασθεί συμφωνική σουίτα (ή και συμφωνικού χορευτικού ποιήματος). Ο τόνος της μουσικής είναι λαϊκός από αρχής μέχρι τέλους, με τάση προς την απλότητα του χορού, του ρυθμού και της φαντασίας του μπαλέτου, που δεσπόζει σαν οδηγός στις διάφορες αντιθετικές εικόνες της σκηνής.
Ο Νίκος Σκαλκώτας στο σύντομο διάστημα της ζωής του (1904-1949), πρόλαβε να αφήσει πλούσιο έργο, που περιλαμβάνει περίπου 110 συνθέσεις. Μάλιστα το ύφος των έργων του διαφέρει, τόσο σε μουσική τεχνοτροπία (δεν υπάρχει σαφής διαχωρισμός τονικής και ατονικής περιόδου), όσο και σε μουσικό είδος, καθώς καλύπτει όλα τα μουσικά είδη, πλην της όπερας. Τα σημαντικότερα έργα του θεωρούνται η "Εισαγωγή" και η "Επιστροφή του Οδυσσέα" (Συμφωνικές Σουίτες για ορχήστρα), οι 36 Ελληνικοί Χοροί για ορχήστρα, τα μπαλέτα "Η Λυγερή και ο Χάρος", "Τέσσερις Εικόνες" και "Η θάλασσα", καθώς και τα "Δέκα Σκίτσα" και η "Μικρή Σουίτα" για έγχορδα. Στα έργα του περιλαμβάνονται επίσης κομμάτια για και πιάνο, συνοδεία βιολοντσέλου, πνευστών και βιολιού.
Κάθε αναφορά στον Νίκο Σκαλκώτα, σημαίνει να σηκώσεις την πέτρα του καθημερινού, και του εφήμερου και να προσπαθήσεις να ανακαλύψεις μια «παράλληλη» Ελλάδα, μια Ελλάδα που εργάζεται, μοχθεί, αναζητά και δημιουργεί.
Κάθε αναφορά στον Νίκο Σκαλκώτα - όπως και σε άλλους βεβαίως γιατί δεν είναι ο μόνος - σημαίνει να ανακαλύψεις τόπους και ανθρώπους με τις ιστορίες τους, τις παραδόσεις τους.
Κάθε αναφορά σε ανθρώπους σαν τον Νίκο Σκαλκώτα, είναι και ένα τράνταγμα στην δική μας ύπαρξη, γιατί πολλές φορές παρασυρμένοι από το εφήμερο, το καθημερινό, το ρηχό, ξεχνάμε «που είναι το σπίτι μας», απομακρυνόμαστε από αυτά που είναι δικά μας, καταδικά μας, και υιοθετούμε άλλα. Οι θρύλοι από το Παραμυθόδραμα ψιθυρίζουν ίσως ακόμα την δική τους μελωδία στα έλατα του Ελικώνα…
Κάθε αναφορά σε ανθρώπους σαν τον Σκαλκώτα, κάθε βήμα στην αναψηλάφηση της ζωής του από τότε που γύρισε στην Ελλάδα το 1933 θα μας φέρει αντιμέτωπους με την μοχθηρία, την κακία, το μίσος, το φθόνο, τον υπόγειο πόλεμο που μειώνει - ή έτσι νομίζει - προσωπικότητες και καταστρέφει ζωές. 


Μια θέση βιολιού στην Κρατική Ορχήστρα, σε αυτόν που στα 16του τελείωσε με την Ανώτατη Διάκριση…
Καμιά δημόσια εκτέλεση έργου του όσο ζούσε… Έζησε και έφυγε μέσα σε ένα κύκλο σιωπής, ο μαέστρος δεν ζήτησε τίποτα, μόνο να τον ακούσουν. Δεν του το επέτρεψαν…
Ο Νίκος Σκαλκώτας ζει μέσα από την προσπάθεια λίγων ανθρώπων που ανέλαβαν να διασώσουν το έργο του, να διασώσουν το αρχείο του, να διατηρήσουν ζωντανή την μνήμη του…
Ο Νίκος Σκαλκώτας ζει μέσα από την ακρόαση των έργων του.
Την ώρα που μαζικά «προσφέρεται» «μουσική» μιας χρήσης, που τελικά προσβάλλει χιλιάδες ανθρώπους καθώς διέπεται από την βαθιά αντιδραστική αντίληψη ότι «ο κόσμος δεν καταλαβαίνει και το μόνο που θέλει είναι να χαλαρώνει», μέσα στα έργα του νεαρού από την Χαλκίδα, μπορούμε να βρούμε αντιστάσεις και απαντήσεις που θέλουν όμως ψάξιμο. Ποτέ όμως η σκέψη δεν ήταν εύκολη υπόθεση, αλλά το να ανακαλύψεις τα έργα του Σκαλκώτα αξίζει τον κόπο γιατί είναι έργα διαποτισμένα με την πιο βαθιά ουσία του ελληνισμού, γιατί πέρα από το «γραφικό» και το «δημοφιλές» πάνε παραπέρα, πολύ πιο πέρα, διατηρώντας όμως την βαθύτερη ουσία, τον κορμό ενός μεγαλοπρεπούς και αυτοδύναμου οικοδομήματος που είναι η ελληνική μουσική, έτσι όπως διαμορφώθηκε επί αιώνες στα βράχια και τους κάμπους τούτου του τόπου… 


Tο έργο
Ο Νίκος Σκαλκώτας, με το λαϊκό μπαλέτο 'Η Θάλασσα' συγκεντρώνεται για άλλη μια φορά στη μελέτη της ελληνικής δημοτικής παράδοσης. Μια σειρά ζωντανών εικόνων, παρμένων αποκλειστικά απ' τη ζωή του θαλασσινού κόσμου και της ωραίας θάλασσας, αποδίδει ένα μικρό φραγκμέντο, σαν υπόθεση, που περιστρέφεται πότε στο φανταστικό πότε στο φαντασμαγορικό (χορός - μπαλέτου) και συχνά στο λαϊκό μοτίβο, σε παραδόσεις της θαλασσινής ζωής. Η όλη μουσική, χωρίς το μπαλέτο, θα μπορούσε να ονομασθεί συμφωνική σουίτα (ή και συμφωνικού χορευτικού ποιήματος). Ο τόνος της μουσικής είναι λαϊκός από αρχής μέχρι τέλους, με τάση προς την απλότητα του χορού, του ρυθμού και της φαντασίας του μπαλέτου, που δεσπόζει σαν οδηγός στις διάφορες αντιθετικές εικόνες της σκηνής.

Από το ένθετο στο cd 



Σάββατο 14 Ιουλίου 2012

Ναναρίσματα


Από την συλλογή του Claude Fauriel "Τα Ελληνικά Δημοτικά Τραγούδια", (1824), μετάφραση Απ.Δ.Χατζηεμμανουήλ. 


Στην εισαγωγή του βιβλίου έγινε λόγος στα τραγούδια των μητέρων και των ελληνίδων τροφών. Έκτοτε συνέλεξα πολλά και από την ηπειρωτική Ελλάδα και από τις νήσους • και αμέσως κατωτέρω δημοσιεύω τρία εξ’ αυτών, τα οποία μου φάνηκαν ότι παρουσιάζουν χάρη και ποικιλία. Αρκούν, νομίζω, για να δώσουν μια γενική ιδέα όλων των τραγουδιών και είδους αυτού, και της χαριτωμένης εξάρσεως φαντασίας και τρυφερότητος, η οποία κυρίως τα χαρακτηρίζει. Κάθε ένα εξ’ αυτών μπορεί να θεωρηθεί πρότυπο πλήθους άλλων παρόμοιων τραγουδιών.

Το πρώτο και το τρίτο είναι από την νήσος Χίο ενώ το δεύτερο από την Κύπρο. Το τρίτο μάλιστα, είναι το πρωτοτυπώτερο όλων και παρουσιάζει την μεγαλύτερη ποιητική φαντασία και τις περισσότερες ειδωλολατρικές ιδέες. Όλες οι προσωποποιήσεις του ύπνου και του ανέμου, του ήλιου και των άστρων είναι απολύτως σύμφωνοι με το πνεύμα της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας.

Παρέλειψα να αναφέρω ότι οι Έλληνες ονομάζουν τα τραγούδια του είδους αυτού ναναρίσματα. Ναναρίζω σημαίνει τραγουδώ για να αποκοιμήσω ένα παιδί. Από αυτό οι Ιταλοί ονόμασαν nane τα τραγούδια των τροφών.



 I. Ναννάρισμα

Νάννι! Θα’ έρθ’ η μάννα σου αφ’ το δαφνοπόταμο,
Κ’ απαί το γλυκό νερό, να σου φέρη πούλουδα,
Πούλουδα τραντάφυλλα, και μοσκογαρούφαλλα.

II. Ναννάρισμα 

Ναννά, ναννά το υιούδι μου
Και το παλληκαρούδι μου.
Κοιμήσου, υιούδι μ’ ακριβό
Κ’ έχω να σου χαρίσω•
Την Αλεξάνδρεια ζάχαρι,
Και το Μισίρι ρύζι,
Και την Κωνσταντινούπολιν,
Τρεις χρόνους να ορίζης•
Κ’ ακόμη άλλα τρία χωριά,
Τρία μοναστήράκια•
'Σ ταις χώραις σου κ’ εις τα χωριά,
Να πας να σεργιανίσης,
'Σ τα τρία μοναστήρια σου
Να πας να προσκυνήσης.




III. Ναννάρισμα

Να μου το πάρης, ύπνε μου • τρεις βίγλαις θα του βάλω•
Τρεις βίγλαις, τρεις βιγλάτοραις κ’ οι τρεις ανδρειωμένοι
Βάλλω τον ήλιον 'σ τα βουνά, τον αετόν 'σ τους κάμπους
Τον κυρ- Βορέα , τον δροσερόν ανάμεσα πελάγου.
Ο ήλιος εβασίλεψεν, αετός απεκοιμήθη,
Κ’ ο κυρ- Βορέας, ο δροσερός , 'στης μάνας του υπάγει.
Υιέ μου, που ήσουν χθες, προχθές; μήνα με το φεγγάρι;
Μήνα με τον αυγερινόν, που είμεστ’ αγαπημένοι;
Μήτε με τα’ άστρη μάλονες; Μήτε με το φεγγάρι;
Μήτε με τον αυγερινόν, που ειστ’ αγαπημένοι•
Χρυσόν υιόν εβίγλιζα ‘σ την αργυρή του κούνια.



Σάββατο 16 Ιουνίου 2012

Η Τσαμπούνα και η Γκάιντα στον Ελλαδικό Χώρο ( Β' Μέρος)

 Β' ΜΕΡΟΣ : ΓΚΑΪΝΤΑ



Ο τύπος αυτού του ασκαύλου, το οποίο σήμερα παίζεται κυρίως στην Μακεδονία και την Θράκη, παλιότερα παιζόταν και στην υπόλοιπη ηπειρωτική Ελλάδα. Λέγεται γκάιντα, γκάιδα, γάιδα ή κάιντα. Φτιάχνεται σε διάφορα μεγέθη, συνήθως από εκείνον που την παίζει, και αποτελείται από το ασκί, το επιστόμιο και δυό αυλούς. Ο παίκτης της γκάιντας λέγεται γκαϊντιέρης, γκαϊδιέρης, γκαϊδάρης, γκάιντατζης, κάιντατζης.
Για το ασκί, το οποίο λέγεται τουλούμι, τομάρι, δερμάτι ή κόζα, ισχύουν όσα αναφέρθηκαν στα περί τσαμπούνας, ( βλέπε, Η Τσαμπούνα και η Γκάιντα στον Ελλαδικό Χώρο - Α' Μέρος ), σχετικά με το είδος του δέρματος, την κατεργασία, το δέσιμο, την συντήρηση και την επιδιόρθωση. Προσθέτουμε μόνον ότι προπολεμικά χρησιμοποιούσαν, όταν το έβρισκαν, και δέρμα γαϊδουριού, για το μέγεθος και την αντοχή του. 

Η γκάιντα είναι γενικά μεγαλύτερη συγκριτικά με την νησιωτική τσαμπούνα. Τα εξαρτήματα της γκάιντας, το επιστόμιο και οι δύο αυλοί του δε δένονται κατευθείαν στο ασκί αλλά προσαρμόζονται, το καθένα, στο κεφαλάρι, μία βάση από ξύλο ή κόκαλο (κέρατο) μόνιμα δεμένο στο ασκί. Το επιστόμιο, ένας κυλινδρικός ή κωνικός σωλήνας από ξύλο, κόκκαλο ή και καλάμι απ' το οποίο φυσάει και γεμίζει το ασκί με αέρα ο γκαϊντιέρης έχει μήκος, μαζί με το μέρος της ξύλινης ή κοκάλινης βάσης που είναι έξω από το ασκί. από 12 έως και 20 εκατοστά. Το επιστόμιο λέγεται φυσάρι, φυσερό, φυσολάτης, φουσκοτάρι, φύτσι, ντουγιάλο, ντουάλο, πιπίνι κ.ο.κ. Η βαλβίδα η οποία εμποδίζει να φεύγει ο αέρας όταν ο γκαϊντιέρης σταματήσει να φυσάει, λέγεται πετσάκι, λιπάλο ή λέπκα, καπάτσε κ.α.

Οι δύο αυλοί, όπως άλλωστε και το επιστόμιο, φτιάχνονται από διάφορα ξύλα, συνήθως από αμυγδαλιά, κρανιά, βερικοκιά, τζιτζιφιά κ.α. Ο μακρύς αυλός, σε τρία συνήθως κομμάτια, το ένα μέσα στο άλλο, έχει μήκος από 50 περίπου, έως και 70, κάποτε και παραπάνω, εκατοστά. Χωρίς τρύπες και μ' ένα μπιμπίκι με μονό επικρουστικό γλωσσίδι (τύπου κλαρινέτου), προσαρμοσμένο στο κομμάτι που είναι κοντά στο ασκί, δίνει ένα μόνο φθόγγο. Το εσωτερικό κυλινδρικό άνοιγμα του αυλού αυτού δεν είναι πάντα το ίδιο σ' όλο το μήκος του. Στο τελευταίο κομμάτι είναι συχνά πιο ανοικτό και σχηματίζει χοάνη ή και το αντίθετο, πιο στενό, "για να μη σκορπά η φωνή". 
Ο μακρύς αυλός λέγεται μπουρί, μπάσο ή πάσο, ζουμάρ ή ζαμάρι, καραμούζα, ζουρνάς, ταραγκόξυλο, γκαρόξυλο ή γκαρόζι, αγκαρά, μπουτσάλο, μπουρτσάλο, μπούκαλος, μπερτσάλο, μπιρτσιάλο, ριγκάτς, τσιρίλο, κ.α. Ο άλλος αυλός, ο κοντός, είναι για την μελωδία και έχει συνήθως 7 τρύπες μπροστά και 1 πίσω ή και 6+1.Είναι κυλινδρικός και ίσιος ή καταλήγει σε χοάνη, άλλοτε πολύ μικρή και άλλοτε μεγαλύτερη που γυρίζει και σχηματίζει αμβλεία γωνία με τον σωλήνα του αυλού. Στο επάνω μέρος του κυλινδρικού σωλήνα, εκεί που αυτός ενώνεται με το ασκί, προσαρμόζεται ένα μπιμπίκι με μόνο επικρουστικό γλωσσίδι (τύπου κλαρινέτου).Οι τρύπες στον κυλινδρικό σωλήνα του αυλού είναι σε ίση, σχετικά, απόσταση ή μια από την άλλη. Δεν έχουν όμως τις ίδιες διαστάσεις και συχνά διαφέρουν στο σχήμα τους : οι μεγάλες είναι αυγόσχημες και οι μικρές συνήθως στρογγυλές.

 Ο Πασχάλης Χρηστίδης, ο οποίος γεννήθηκε το 1926, θεωρείται από τους καλύτερους γκαϊντιέρηδες στο Διδυμότειχο της Θράκης, λέει για τις τρύπες : "η πρώτη από τα πάνω, είναι η πιο μικρή, η δεύτερη και η τρίτη έχουν το ίδιο άνοιγμα και είναι πιο μεγάλες, η τέταρτη είναι η μεγαλύτερη όλων, η πέμπτη είναι λίγο πιο μικρή από την δεύτερη και την τρίτη, η έκτη λίγο μεγαλύτερη από την πέμπτη και η έβδομη λίγο μεγαλύτερη από την έκτη. Η τρύπα η οποία είναι πίσω από την πρώτη είναι περίπου όσο και η τέταρτη". Επίσης, λέει ότι μ' ένα κοφτερό σιδεράκι, γαμψό όπως το νύχι της όρνιθας, κουφώνει απ' το μέσα μέρος τις τρύπες" για να φέρει αντίλαλο η γκάιντα" για πιο "καθαρή φωνή". Μικρές τρύπες μια ή δύο, που δεν πατιούνται ποτέ από τα δάκτυλα αλλά "είναι για την φωνή", όπως αυτές στην τζαμάρα και τον ζουρνά, ανοίγονται συχνά στα πλάγια της γυριστής χοάνης ή στο κάτω μέρος του ίσιου κυλινδρικού σωλήνα του αυλού. Μια μικρή στρογγυλή τρύπα ανοίγουν επίσης συχνά μεταξύ της δεύτερης και τρίτης, απ' τα κάτω, τρύπας, στο πίσω μέρος του ίσιου κυλινδρικού σωλήνα. Την τρύπα αυτή την χρησιμοποιεί ο γκαϊντιέρης, βουλώνοντάς την περισσότερο ή λιγότερο με κερί, για να αποκτήσει το σωστό τονικό του ύψος ο φθόγγος που δίνει η πρώτη, απ’ τα κάτω, τρύπα του αυλού. Η πρώτη τέλος απ’ τα πάνω, τρύπα – η μικρότερη συνήθως συγκριτικά με όλες τις άλλες - έχει σφηνωμένο στο άνοιγμα της, μέσα στο σωλήνα του αυλού, ένα μικρό σωληνάκι, συνήθως από φτερό κότας. 

Ο κοντός αυτός αυλός για την μελωδία λέγεται στην Θράκη γκαϊντανίτσα, ντιβριντίνα, ζαμαροφλογέρα, ζαμάρα ενώ στην Μακεδονία γκαϊντανάκι, γκαϊδούρκα, τσαμπουνάρι, ντουϊνίτσα, πίσκα, κλέπαρσα, σούρλα κ.α. Ο μικρός κυλινδρικός αυλός με το γλωσσίδι το οποίο προσαρμόζεται στον κοντό αυλό γίνεται από καλάμι. Γίνεται όμως και από λεπτό κλωνάρι με ψίχα (εντεριώνη), ίσια νερά και χωρίς κόμπους, που κόβουν τον χειμώνα και το αφήνουν να ξεραθεί έως το καλοκαίρι. Αφού αφαιρέσουν την ψίχα το καθαρίζουν εσωτερικά και εξωτερικά, το λειαίνουν εσωτερικά με ένα πυρωμένο λεπτό σίδερο και κλείνουν προσεκτικά το ένα ανοικτό άκρο του με ξύλινα τάπα και κερί. Μετά κόβουν το γλωσσίδι, από πάνω προς τα κάτω ή από κάτω προς τα πάνω, και το ξύνουν με ένα μαχαιράκι, δοκιμάζοντας το, έως ότου δώσει την «φωνή» (ήχο) που θέλουν. Ο σωλήνας με το γλωσσίδι λέγεται ζαμπούνα, πισκούνι, πίσκα, φίτα κ.α.


 Όπως στην τσαμπούνα, το ίδιο και στην γκάιντα «κοκκινίζουν» στην φωτιά ή «τηγανίζουν» ή «καβουρδίζουν» το σωληνάκι με το γλωσσίδι για να ξεραθεί κι να λειτουργεί καλά και να μην «κολλάει». Επίσης χρησιμοποιούν την κλωστή ή την τρίχα κάτω από το γλωσσίδι ή τυλίγουν την ρίζα του γλωσσιδίου, κι αν χρειαστεί λεπταίνουν το γλωσσίδι με ένα μαχαιράκι (βλ.τσαμπούνα). Σημειώνουμε ακόμη τα κόκαλα ή δακτυλίδια, όπως τα λένε, που περνούν στα άκρα των εξαρτημάτων της γκάιντας (επιστόμιο και δύο αυλούς), είναι κομμάτια από ίσιο κέρατο κατσίκας ή ελαφιού που τα κόβουν με πριόνι. Αφού τα βράσουν σε δυνατή φωτιά για να μαλακώσουν, τα περνούν σε ξύλινα καλούπια, τα οποία έχουν τις ίδιες διαστάσεις με τα εξαρτήματα της γκάιντας, και τα σφυροκοπούν για να πάρουν το τελικό τους σχήμα. Έτοιμα πια τα σφηνώνουν στα άκρα των εξαρτημάτων, αφού προηγουμένως ανοίξουν τις κατάλληλες εσοχές, και τα λιμάρουν για να έρθει το κόκκαλο ευθεία με το ξύλο. Τα κοκάλινα δαχτυλίδια προφυλάγουν τα ξύλινα εξαρτήματα από το ράγισμα και παράλληλα στολίζουν την γκάιντα. Για τον ίδιο σκοπό χρησιμοποιούν λιωμένο μολύβι και, παλαιότερα, ασήμι. 
Για την διακόσμηση χρησιμοποιούν επίσης το εγχάρακτο σχέδιο και προπολεμικά το χαμηλό ανάγλυφο (γεωμετρικά σχέδια και, σπάνια, παραστάσεις από το φυτικό ή ζωικό κόσμο). 


 ΜΟΥΣΙΚΕΣ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ
 

Για το παίξιμο της γκάιντας, εκτός από ό,τι σχετικό αναφέρουμε στην τσαμπούνα για την θέση του ασκιού, την αναπνοή, το στόλισμα της μελωδίας κ.ο.κ., τα οποία ισχύουν και για την γκάιντα, προσθέτουμε ό,τι υπαγορεύει η διαφορετική κατασκευή της. Ο μακρύς αυλός κρατιέται συνήθως κάτω από την μασχάλη ή τον αφήνουν να ακουμπάει πάνω στον ώμο ή, στο μπράτσο ή, σπάνια, τον αφήνουν να κρέμεται. Δεν έχει, όπως είπαμε, τρύπες και δίνει έναν μόνο φθόγγο, ο οποίος «ταιριάζεται» πάντα με τον φθόγγο που χρησιμοποιείται ως τονική στον αυλό της μελωδίας. Έτσι, στο παίξιμο συνοδεύει διαρκώς την μελωδία με τον φθόγγο της τονικής, μια οκτάβα συνήθως χαμηλότερα. Κρατάει δηλαδή ένα ίσο, από τις αρχαιότερες μορφές πολυφωνίας. Οι 7+1 τρύπες της γκάιντας δίνουν τα διαστήματα της φυσικής διατονικής κλίμακας. Η τονική της κλίμακας είναι συνήθως η τέταρτη τρύπα, απ’ τα κάτω, με υποτονική (την προηγούμενη τρύπα) σε διάστημα τόνου από την τονική. Το ύψος της τονικής εξαρτάται, κυρίως, όπως και στην τσαμπούνα, από το μέγεθος που έχει ο κοντός αυλός και το γλωσσίδι του. Η γκάιντα παίζεται μόνη της. Παίζεται όμως και μαζί με άλλα όργανα όπως γκάιντα με νταούλι, ενώ στον Έβρο συναντάμε γκάιντα και λύρα, προπολεμικά δε γκάιντα και μασά. 




ΓΚΑΙΝΤΑ ΠΙΕΡΙΩΝ

  Η γκάιντα των Πιερίων αποτελεί ένα πανάρχαιο όργανο το οποίο δυστυχώς τείνει να εκλείψει • οι σημερινοί γκαϊντατζήδες στα Ημαθιώτικα Πιέρια είναι πλέον ελάχιστοι. Είναι συνήθως μεγαλύτερη από όλες τις γκάιντες της ηπειρωτικής Ελλάδος.


Το ασκί, το οποίο ονομάζουν τομάρι φτιάχνεται ως εξής : Χρησιμοποιείται συνήθως δέρμα γίδας και σπάνια προβάτου. Το δέρμα πρέπει να είναι ολόκληρο και όχι σχισμένο. Το νωπό αυτό δέρμα δέχεται μια ειδική επεξεργασία για να μη σαπίσει και για να είναι μαλακό και άσπρο περίπου όταν ξεραθεί. Νωπό όπως είναι, κι έπειτα από πρόχειρο πλύσιμο, το αλατίζουν, όχι το τριχωτό μέρος του δέρματος αλλά το εσωτερικό, δηλαδή την επιφάνεια προς την σάρκα, αφού πρώτα ψαλιδίσουν το τριχωτό μέρος. Με το αλάτισμα το τομάρι «σφίγγει» και καθαρίζει από το λίπος Δεν πρέπει να κόψουν την τρίχα σίρριζα, αφήνουν 1 με 1,5εκ μήκος έτσι ώστε το κοντό μαλλί να βοηθάει να μείνουν κλειστοί οι πόροι. Επίσης το κοντό μαλλί (χνούδι) συγκρατεί το χνότο και το σάλιο του γκαϊτατζή και διατηρεί το τομάρι μαλακό. Αφού τελειώσει η επεξεργασία δένουν το επιστόμιο και τους δύο αυλούς προσεκτικά. Στο ένα πόδι δένεται το επιστόμιο (φυσητάρι) στο άλλο πόδι δένεται ο μεγάλος αυλός (ζουρνάς) και στο λαιμό δένεται ο κοντός αυλός(φλογέρα). Ανάμεσα στους αυλούς και το τομάρι εφαρμόζονται κόκαλα. Αν δεν υπάρχουν κόκαλα τότε βάζουν ξύλο. Το επεξεργασμένο όμως κόκαλο είναι καλύτερο γιατί δεν φεύγει καθόλου αέρας. 

Το είδος του ξύλου από το οποίο φτιάχνονται τα προηγούμενα εξαρτήματα της γκάιντας είναι το πυξάρι και συνήθως το βρίσκουν στην περιοχή Ελατοχωρίου και την περιοχή της Νάουσας. Με αυτό το ξύλο φτιάχνουν και τις γκλίτσες γιατί είναι όμορφο μετά την επεξεργασία. Αφού κόβουν το ξύλο το αφήνουν να ξεραθεί και μετά το τρυπάνε με τρυπάνι ή με «ματκά» (με αρίδα). Έπειτα το πελεκάνε με το σκεπάρνι και με τον ξυλοφάγο το κάνουν λιανό. Έτσι κάνουν την «φλογέρα» (κοντό αυλό), το «φυσητάρι» (επιστόμιο) και τον «ζουρνά» (μεγάλο αυλό). Αφού κάνουν τα σχέδια με το μαχαίρι επάνω της και την γυαλίσουν με γυαλόχαρτο κάνουν τις τρύπες με το «τρυπτάρι» (ψιλό μαχαίρι). Οι τρύπες είναι 8 (7 μπροστά και 1 πίσω – ουδέτερη). Η πρώτη από πάνω είναι η μικρότερη στην οποία σφηνώνουνε στο άνοιγμά της ένα σωληνάκι, συνήθως από φτερό κότας, το οποίο αποκαλούν «μουμούδι». Η δεύτερη τρύπα είναι μεγαλύτερη η τρίτη είναι μικρότερη, η τέταρτη μεγαλύτερη, η πέμπτη μικρότερη και από την τρίτη, η έκτη και η έβδομη μεγαλύτερες. Στο κάτω μέρος της μπαίνει επίσης κόκαλο από βουβάλι ή βόδι το οποίο λέγεται «κλωτσοτάρι» και είναι λίγο «γυριστό».

 Ο μικρός κυλινδρικός σωλήνας ο οποίος προσαρμόζεται στο πάνω μέρος της φλογέρας λέγεται «τσαμπούνα» και φτιάχνεται από καλάμι. Έχει μήκος γύρω στα 5 εκατοστά. Στην εξωτερική του επιφάνεια με ένα μικρό μαχαιράκι γίνεται μια σχισμή και δημιουργείται ένα γλωσσίδι, το οποίο ονομάζουν «πεταλάκι». Τότε, ο γκαϊντατζής το δοκιμάζει και εάν βγάλει την «φωνή» που θέλει, τότε η τσαμπούνα είναι έτοιμη. Μετά τυλίγεται η μια άκρη της τσαμπούνας με κλωστή (ράμμα) και εφαρμόζει μέσα στην φλογέρα η οποία είναι πλέον έτοιμη να παίξει. Το επιστόμιο «φυσητάρι», είναι ένας κυλινδρικός σωλήνας από ξύλο συνήθως από το οποίο φυσάει ο γκαϊντατζής και γεμίζει το τομάρι με αέρα και έχει μήκος από 15 εκατοστά. Η βαλβίδα που εμποδίζει να φύγει ο αέρας όταν ο γκαϊντατζής σταματάει να φυσάει λέγεται πετσάκι. 
Ο ζουρνάς είναι ένας μακρύς αυλός και συνήθως αποτελείται από τρία κομμάτια και έχει μήκος 75 εκατοστά περίπου. Είναι χωρίς τρύπες και έχει και αυτό τσαμπούνα που φτιάχνεται όπως και στην φλογέρα, προσαρμόζεται στο κομμάτι που είναι κοντά στο τομάρι και δίνει ένα μόνο φθόγγο (ίσο). Το εσωτερικό κυλινδρικό άνοιγμα του αυλού αυτού δεν είναι πάντα το ίδιο σε όλο το μήκος του. Στο τελευταίο κομμάτι είναι συχνά πιο ανοιχτό και σχηματίζει χοάνη. Τα τρία κομμάτια λέγονται ζουρνόξυλα και εφαρμόζουν μεταξύ τους με τέχνη. Η μία άκρη του ζουρνόξυλου λέγεται σαΐτα και προσαρμόζεται στην άκρη του άλλου ζουρνόξυλου το οποίο είναι επενδυμένο με κόκαλο ή χαλκό ή αλουμίνι έτσι ώστε να προστατευτεί και να μην ραγίσει με την πολλή χρήση. 

Επισημαίνουμε ότι τα «κόκαλα» είναι δεμένα καλά στο τομάρι και πάνω σε αυτά προσαρμόζονται ο ζουρνάς το φυσητάρι και η φλογέρα. Είναι από κέρατο βοδιού ή βουβαλιού που τα κόβουνε με πριόνι τα βράζουνε σε δυνατή φωτιά για να μαλακώσουν φωτιά, τα περνούν σε ξύλινα καλούπια, που έχουν τις ίδιες διαστάσεις με τα εξαρτήματα της γκάιντας και τα σφυροκοπούν για να πάρουν το τελικό τους σχήμα. Έτοιμα πια τα σφηνώνουν στα άκρα των εξαρτημάτων-αφού προηγουμένως ανοίξουν τις κατάλληλες εσοχές-και τα λιμάρουν για να έρθει το κόκαλο ευθεία με το ξύλο. Τα κόκαλα αυτά προφυλάγουν τα ξύλινα εξαρτήματα από το ράγισμα δεν φεύγει καθόλου αέρας και παράλληλα στολίζουν την γκάιντα. Παλιότερα για την διακόσμηση τους χρησιμοποιούσαν σχέδια με γεωμετρικά σχήματα και παραστάσεις από το φυσικό ή ζωικό κόσμο. 

Τέλος, ο γκαϊντατζής έχει πάντα λίγο κερί που το κολλάει στο πίσω μέρος του κόκαλου της φλογέρας σε περίπτωση ανάγκης (εάν ραγίσει κανένα ξύλο ή να βουλώσει καμιά τρύπα για να «στρώσει» η «φωνή» όπως λένε)

 
Πηγή: Ελληνικά λαϊκά μουσικά όργανα Φοίβου Ανωγειανάκη,
Εκδοτικός οίκος «Μέλισσα» 1991.



Πέμπτη 7 Ιουνίου 2012

Tο Δημοτικό Τραγούδι της Βορείου Ηπείρου



Ο γεωγραφικός χώρος μιας περιοχής, όσο κι αν είναι μεγάλος, είναι πολύ στενός για να χωρέσει ένα ξεχωριστά δικό του λαογραφικό είδος, όπως είναι τα δημοτικά μας τραγούδια.
Και όμως για τη Βόρειο Ήπειρο, το διαλεχτό μα άτυχο τούτο κλωνάρι του Ελληνικού Έθνους, πού μένει πάντα έξω από την αγκαλιά τής Ελληνικής πατρίδας, μπορούμε να μιλήσουμε για ένα καθαρά δικό του είδος δημοτικού τραγουδιού, με ιδιαίτερα και ιδιότυπα μουσικά γνωρίσματα, πού το χαρακτηρίζουν και το ξεχωρίζουν από όλα τα άλλα γνωστά είδη τής δημοτικής μας μουσικής.
Το δημοτικό τραγούδι τής Βορείου Ηπείρου, είχε την ατυχία να μείνει ανεξερεύνητο και σχεδόν άγνωστο στους λαογραφικούς επιστημονικούς κύκλους, μέχρις ότου ό συντάκτης του Λαογραφικού Αρχείου τής Ακαδημίας Αθηνών και γνωστός μουσικολαογράφος Σπύρος Περιστέρης κι ένας άλλος γνωστός μουσικολόγος, ό Αντώνης Λάβδας ασχολήθηκαν στα τέλη της δεκαετίας του '50 μ' αυτό και διατύπωσαν το συμπέρασμα, πώς τα Βορειοηπειρωτικά τραγούδια και μόνο αυτά, απ’ όλα τα δημοτικά τραγούδια τής Ελλάδας, στηρίζονται στην πενταφθογγική κλίμακα, πράγμα πού σημαίνει, πώς σώζεται και στην Ελλάδα το είδος αυτό τής μουσικής, πού είναι γνωστό σε πολλά μέρη τής Ασίας, τής Αμερικής και τής Ευρώπης. Και οι δυό διακεκριμένοι ερευνητές δεν μας έδωκαν όμως απαντήσεις σε ερωτήματα, πού όπως είναι φυσικό προκύπτουν, σχετικά με την προέλευση του Βορειοηπειρωτικού τραγουδιού και τις πιθανές επιδράσεις του από άλλους γειτονικούς ή μακρινούς λαούς.
Γιατί, με βάση ή μοναδικότητα του πολυφωνικού χαρακτήρα και τής πενταφθογγικής Τεχνικής του Βορειοηπειρωτικού τραγουδιού, σ’ όλη την Ελλάδα, γεννιούνται τα ερωτήματα: Οι πενταφθογγικές κλίμακες και η πολυφωνία, πού σώζονται στη Βόρειο Ήπειρο, είναι ντόπια στοιχεία, πού φθάνουν σαν ασταμάτητη παράδοση από την αρχαιότητα ή σημερινή της παρουσία εκεί, είναι άσχετη με την αρχαία Ελληνική μουσική; Και αν είναι αληθινή ή τελευταία υπόθεση, τότε από που και πότε ήρθε στην περιοχή, το μουσικό αυτό είδος, ποιες ξένες επιδράσεις έχει δεχτεί και από ποιες μακρές εξελίξεις έχει περάσει;
[...] Το δημοτικό τραγούδι της Β. Ηπείρου, δε μπορεί και δεν εξηγείται να είναι φερμένο στον τόπο αυτό από τούς μοναδικούς γείτονές του, τούς Ιλλυριούς, πού όπως ισχυρίζονται οι σημερινοί Αλβανοί, είναι οι αρχαίοι πρόγονοί τους. Γιατί σε καμμιά από τις γνωστές ιστορικές πηγές, δε φαίνεται, πώς σε κάποια εποχή, συναντιούνται κοινά συγκριτικά στοιχεία μεταξύ του Βορ/κού τραγουδιού κι εκείνου των Ιλλυριών. Σήμερα, αν επιχειρήσουμε μιά συγκριτική παράταξη του Βορ/ κού τραγουδιού μ’ εκείνο των γειτόνων του, πουθενά δε θα βρούμε κοινά ρυθμικά και μελωδικά γνωρίσματα.
Το δημοτικό τραγούδι τής Β. Ηπείρου, μας παρουσιάζει δυό αξιοπρόσεκτα στοιχεία, την πολυφωνική αντίληψη και τη μουσική περιγραφή, στοιχεία πού αποτελούν βασικούς παράγοντες τής μουσικής τέχνης κι επιστήμης.
Πάνω απ’ όλα όμως, ή Βορειοηπειρωτική μουσική, είναι πολυφωνική, δηλαδή περιέχει στοιχεία του λεγόμενου οριζόντιου μουσικού συστήματος, σύμφωνα με το οποίο, δυό περισσότερες φωνές, αποτελούν ανεξάρτητα ηχητικά σύνολα, πού στην πορεία τους, δημιουργούν κάθετες ηχητικές στήλες και μας δίνουν έτσι την αρμονική αντίληψη.
Αντίθετα τα τραγούδια τής Μέσης και Βορ. Αλβανίας, των Γκέγκηδων, Μαλισόρηδων και Μιρδυτών, είναι αποκλειστικά μονοφωνικά, χωρίς να συναντιέται μέσα σ’ αυτά ή αρμονική αντίληψη.
Στο σύνολό της ή πολυφωνική μελωδία, πού ή συγκροτούν οι ξεχωριστές φωνές του παρτή, του γυριστή ή τσακιστή ή κλώστη και του ισοκράτη, ταυτόχρονα ειπωμένες, χωρίς τη συνοδεία μουσικών οργάνων, από άντρες ή γυναίκες και από ανάμικτη ομάδα, πλέκεται με τα λυγερά και παιγνιδιάρικα γυρίσματά της, και παίρνει έτσι το δικό της ιδιόμορφο ύφος, τέτοιο πού όμοιό του δεν συναντιέται πουθενά αλλού στον καθαρά Αλβανικό χώρο.
Έχομε λοιπόν, από ή μιά μεριά ή μονοφωνική και πρωτόγονη μορφή τής Αλβανικής μουσικής, κι από την άλλη, το Πολυφωνικό σύστημα του Βορειοηπειρωτικού τραγουδιού, πού σχετίζεται με τις πιο προχωρημένες τάσεις τής πρωτοποριακής μουσικής, έστω και στην πιο αφελή της μορφή.


Οι βαθιές αυτές διαφορές, διαπιστώνονται κι από την απλή ακρόαση των δυό τούτων ξεχωριστών ειδών τής δημοτικής μουσικής. Και δε χρειάζεται να έχει κανένας ειδικές μουσικές γνώσεις ή προσωπικά βιώματα, για να καταλάβει ότι τα Βορειοηπειρωτικά και τα Αλβανικά τραγούδια δεν έχουν τίποτε το όμοιο, τίποτε το κοινό. Οι ίδιοι οι Βορειοηπειρώτες χαρακτηρίζουν όλα τα Αλβανικά τραγούδια, περιφρονητικά ως «Γκέγκικα» για να τονίσουν πιο πολύ τις μεγάλες διαφορές πού έχουν με τα δικά τους.
Διαφορές βεβαιώνονται και από μελετητές το Αλβανικού τραγουδιού. Ο Egrem Cabel αναφέρει, σε μελέτη του, το μονοφωνικό χαρακτήρα του Αλβανικού τραγουδιού. Το ίδιο παρατηρεί ό καθηγητής Filip Fishtos, προλογίζοντας ή συλλογή 50 μονοφώνων Αλβανικών τραγουδιών της περιοχής Σκόδρα, το Peter Duncu. Βέβαια, το πολυφωνικό τραγούδι, ακούγεται και από τούς μωαμεθανούς τής Βορείου Ηπείρου, τούς Λιάπηδες. Θα μπορούσε να θεωρηθεί τούτο και σαν επίδραση του ανώτερου πνευματικά ελληνικού στοιχείου του τόπου στους κατώτερους Αλβανούς. Είναι όμως ιστορικά βεβαιωμένο, ότι ό μωαμεθανικός πληθυσμός τής Βορείου Ηπείρου είναι στο μεγαλύτερο βαθμό ελληνικός, πού ασπάστηκε τον μωαμεθανισμό βίαια και ύστερα από συστηματικές πιέσεις, πού ξεκίνησαν από τα πρώτα χρόνια τής κατακτήσεως της χώρας από τούς Τούρκους και κράτησαν σ’ όλο το διάστημα τής Τουρκοκρατίας. Αυτοί οι αλλαξόπιστοι Έλληνες από την Ελληνική τους καταγωγή κράτησαν πολλά θρησκευτικά και πολιτιστικά στοιχεία, ώστε να έχουν και σήμερα ακόμη κοινά ήθη και έθιμα με τους Βορειοηπειρώτες. Αλλ’ ούτε καν και στα ποιητικά κείμενα των τραγουδιών των δυό γειτονικών λαών δε φαίνεται να υπάρχει κάποια σχέση, όπως παραλλαγές όμοιων τραγουδιών ή άλλα κοινά λογοτεχνικά και ποιητικά στοιχεία.
Φανερές είναι οι διαφορές ανάμεσα σ’ ένα Βορ/κό τραγούδι και σ’ ένα Αλβανικό, πού περιγράφουν το ίδιο ιστορικό γεγονός, την αποτυχημένη ανταρσία του Γκιολέκα.
Τούς Λιάπηδες τούς κίνησε ό Χόντος κι ό Γκιολέκας
τούς Τσάμηδες τούς κίνησε Χαμίτης ό Τσαπάρας...
Κι έπιακαν κούλες και χωριά κι έπιακαν τα ντερβένια
κι εχτύπησαν κι εχάλασαν του βασιλιά τ’ ασκέρια…
Σαν την κοπή τα πρόβατα, σαν τα παχιά κριάρια
σωρεύτηκαν στα Γιάννενα, Λιάπηδες, Αυλωνιάτες
Μπερατινοί και Καστρινοί και Τσάμηδες δεμένοι…

Μίρα θα φίαλε Γκέγκα / Καλά είπε ό Γκέγκας
Μιργιαλά τ’ουνγκιάτε γέτα / Πολυχρονεμένε συνταγματάρχη
με καντάλ ατό ντουρμπέτα / ησυχότερα να χτυπούν οι σάλπιγγες
σε κα σκούαρε Γκιολέκα / γιατί πέρασε ό Γκιολέκας
βέντεβε, μάλιεβε έγρα / στους τόπους και τ’ άγρια βουνά
πρά να πρέτ ένα μπέν λιέτρα / και μας σκοτώνει μας κάνει
ε να βάρ ντέγκα με ντέγκα / σαν χάρτινα κομμάτια και μας
κρεμάει κλαρί σε κλαρί...

Επομένως, έχουμε δύο ξεχωριστά είδη λαϊκής μουσικής, πού τραγουδιούνται σε δυό χωριστές γεωγραφικές περιοχές από δυό διαφορετικούς λαούς. Το πολυφωνικό τραγούδι, πού τραγουδιέται από τούς Έλληνες, στην Ελληνική Βόρειο Ήπειρο και νοτιότερα σε ορισμένα μέρη τής ελεύθερης Ηπείρου, και το μονοφωνικό τραγούδι, πού τραγουδιέται από τούς Αλβανούς στην σημερινή Βόρειο και Μέση Αλβανία.
Μεταξύ τους, δεν μπορούμε να βρούμε ούτε μιά συγκεκριμένη ή ακαθόριστη επιφανειακή αλληλοεπίδραση, πού μέχρι ενός σημείου θα ήταν φυσική, εξαιτίας της μακράς συμβιώσεως του Ελληνικού και του Αλβανικού στοιχείου. Δεν υπάρχει καμιά στενότερη σχέση, πού να δικαιολογεί επίδραση στον εθνολογικό χαρακτήρα του λαού. Οι Βορειοηπειρώτες, πού έχουν πάθει πολλά από τούς Τουρκαλβανούς, είναι φυσικό να μην αισθάνονται καμιά συμπάθεια για τούς δυνάστες τους και πολύ περισσότερο για τα τραγούδια τους. Και όχι μόνο δεν τραγουδούν Αλβανικά τραγούδια, αλλά ούτε και να τα ακούσουν θέλουν.
Συμπερασματικά, δεν μπορεί να στηριχτεί ή άποψη για Ιλλυρική πατρότητα και μ’ επέκταση Αλβανική στο βορειοηπειρωτικό τραγούδι. Ούτε να γίνει σοβαρός λόγος για κάποια επίδραση του ενός στο άλλο, κι ακόμη πιο πολύ, να ταυτιστούν δυό είδη, πού τα ξεχωρίζουν βασικά και ιδιότυπα γνωρίσματα. Αλλά τότε μήπως, το σημερινό Βορειοηπειρωτικό τραγούδι, είναι απομεινάρι κάποιας ξένης και μακρινής επιμιξίας, κανενός απ’ τούς λαούς, πού σε κάποιο ιστορικό σταυροδρόμι άφησαν τα επισκεπτήρια τους, στον Ηπειρωτικό χώρο;
Και ή άποψη αυτή φαίνεται ότι δεν έχει πολλούς και σοβαρούς λόγους για να σταθεί.
Βέβαια, πολυφωνία απαντιέται και σε κάποιες μορφές Γιουγκοσλαβικών και Ρουμανικών τραγουδιών, ενώ πολλά άλλα δημοτικά Ευρωπαϊκά τραγούδια έχουν ως κοινή βάση την πενταφθογγική κλίμακα.
Είναι γνωστό, ότι η πενταφθογγική κλίμακα χρησιμοποιόνταν στην Ελλάδα από τον 7ο π.Χ. αιώνα. Στη χώρα μας φέρεται ότι την έφερε τότε ό Όλυμπος ό Φρύγιος, πού έζησε στην εποχή του Βασιλιά Μίδα του Β’. Επομένως η Ευρώπη πήρε στοιχεία απ’ ή μουσική τής Ελλάδας και δεν έδωσε σ’ αυτή. Η προχριστιανική Ευρώπη, απ’ την αρχαία ελληνική μουσική θα δανειστεί τα βασικά της στοιχεία, κι αναμειγνύοντας τα δικά της στοιχεία μ’ αυτά θα δημιουργήσει αργότερα την κολοσσιαία μουσική αρχιτεκτονική της, πού συμπληρώνει τον πολιτισμό της.
Έτσι, το Βορειοηπειρωτικό τραγούδι, με τον πενταφθογγικό χαρακτήρα του, αναγνωρίζεται, σαν μιά από τις πιο παλιές μουσικές παραδόσεις τής Ευρώπης. Στη συγκεκριμένη περίπτωση τής παρουσίας πολυφωνίας στη Γιουγκοσλαβία και ή Ρουμανία θα πρέπει να εξετάσουμε τα κοινά σημεία επαφής των δύο αυτών λαών με τον Ηπειρωτικό χώρο. Οι Σλάβοι πραγματικά, πέρασαν από την Ήπειρο στα μεταχριστιανικά χρόνια, όταν όμως στην Ελλάδα προϋπήρχε η πενταφθογγική κλίμακα, το βασικό στοιχείο του πολυφωνικού τραγουδιού. Θα μπορούσε ακόμη να παρατηρήσει κανένας, ότι ή Βόρειος Ήπειρος, και περισσότερο τα νοτιότερα μέρη αυτής, παρά τις πάμπολλες και καταστρεπτικές ξένες επιδρομές, μπόρεσε και αφομοίωσε όλα τα ξένα στοιχεία, έτσι πού μόνο λίγα ξενικά τοπωνύμια να θυμίζουν σήμερα, την μακρινή εκείνη εποχή. Όσο για τη Ρουμανία, οι δεσμοί της με την Ήπειρο αρχίζουν από τον 12ο αιώνα μ.Χ., όπως μας πληροφορεί ό Ηπειρώτης μελετητής Λαμπρίδης. Η πλούσια κι αυτοκυβέρνητη Βλαχιά είχε προσελκύσει την προτίμηση των Ηπειρωτών ταξιδευτών, από πολύ γρήγορα, πού συνεχίστηκε μέχρι τα τελευταία προπολεμικά χρόνια. Στη Ρουμανία οι Ηπειρώτες σχημάτισαν ισχυρές παροικίες, πολλές φορές ολόκληρα χωριά δικά τους και ανέδειξαν Ηγεμόνες, φωτισμένους διδασκάλους και μεγάλους ευεργέτες.

Εκεί, ό συναισθηματικός Ηπειρώτης, κουβαλάει και τις συνήθειές του, τις παραδόσεις του, τα ήθη και τα έθιμά του. Ο βαρύς πόνος τής ξενητιάς κι ή γλυκιά ανάμνηση τής μακρινής πατρίδας εξωτερικεύονται στο μακρόσυρτο, παραπονιάρικο και μελαγχολικό τραγούδι του.
Γιατί λοιπόν να μη παραδεχτούμε ότι, ή Πολυφωνία στη Ρουμανία είναι αποτέλεσμα επιδράσεως του Ηπειρωτικού στοιχείου, πού για αιώνες ολόκληρους ζούσε και ακτινοβολούσε στον τόπο εκείνο, όταν οι ίδιοι οι Ρουμάνοι παραδέχονται ότι: «Οι Ρουμάνοι πού δεν εδημιούργησαν σχεδόν τίποτε, εδανείσθησαν σχεδόν τα πάντα», όπως λέγει ό Ρουμάνος κριτικός Καραμπέτ Ιμπραλεάνου, στο βιβλίο του το κριτικό πνεύμα στο Ρουμανικό πολιτισμό.
«Όλη η ιστορία του Ρουμανικού πολιτισμού από το τέλος του Μεσαιώνος έως σήμερα (1909) είναι η ιστορία τής διεισδύσεως του ξένου πολιτισμού στις ρουμανικές χώρες», συμπληρώνει ό ίδιος. Και ό Άλκης Μάνθος-Μυρσίνης, ένας Ηπειρώτης βαθύς γνώστης των Ρουμανικών πραγμάτων παρατηρεί: «...Να μη θεωρηθεί υπερβολή το γεγονός ότι ένας εκ των κυριοτέρων δανειστών τής πνευματικής αναγεννήσεως τής χώρας αυτής υπήρξεν ή Ελληνική παιδεία».
[...]
Το Βορειοηπειρωτικό λοιπόν δημοτικό τραγούδι, είναι ένα ιδιότυπο είδος Ελληνικού δημοτικού τραγουδιού, πού δεν μοιάζει απόλυτα με κανένα από τ’ άλλα ελληνικά τραγούδια, είναι όμως Ελληνικό, όπως Ελληνικά είναι τα Κυπριώτικα, τα Ποντιακά, τα Κρητικά και τόσα άλλα ξεχωριστά είδη τής εθνικής μας δημοτικής μουσικής.
Και αυτό το στοιχείο, πού χαρακτηρίζει και ξεχωρίζει σήμερα το Βορειοηπειρωτικό τραγούδι απ’ τα τραγούδια των άλλων ελληνικών περιοχών, η πενταφθογγική κλίμακα, δεν είναι τίποτε άλλο, παρά στο βάθος των χρόνων, να πρόσθετο στοιχείο ενότητας, πού επιβεβαιώνει, όχι μόνο την κοινή εθνική καταγωγή, αλλά και την κοινότητα όλων των πολιτιστικών άξιών τής επαρχίας με την μητέρα πατρίδα. Άλλωστε, στη Βόρειο Ήπειρο, δεν είναι μόνο τα δημοτικά της τραγούδια, πού ξαφνιάζουν τον ερευνητή για την πιστότητα και αμεσότητα στην αρχαία Ελληνική τους προέλευση. Η ζωή και η παράδοση, τα ήθη και τα έθιμα των κατοίκων της, διασώζουν πολλές συνήθειες από τον αρχαίο Ελληνικό πολιτισμό. Το έθιμο πού τηρούσαν μέχρι τα τελευταία χρόνια στο χωριό Πολύτσανη τής Βορ. Ηπείρου, πού πλένουν τα πόδια και τα χέρια του φιλοξενούμενου, είναι τα αρχαία «ποδόνιπτρα ύδατα» και η «μακαρία», το δείπνο μετά την ταφή, το «περίδειπνον» των αρχαίων. Δεν θα αναφερθούμε δε στα πάρα πολλά κοινά έθιμα, συνήθειες και ονόματα μεταξύ της Βορ. Ηπείρου και του λοιπού Βορειοελλαδικού χώρου, πού διαπιστώσαμε και από τις ανακοινώσεις πολλών συνέδρων και πού επιβεβαιώνουν τα «Ομότροπα ήθη» το «εδραίον θεμέλιον τής Εθνικής των Ελλήνων συνειδήσεως».
Αυτό είναι το Βορειοηπειρωτικό δημοτικό τραγούδι, σ’ αδρές γραμμές. Ένα ζωντανό μνημείο του αστέρευτου λαογραφικού θησαυρού τής Βορείου Ηπείρου. Ελληνικό, γνήσιο, ανόθευτο, πηγαίο, πού ό θρηνητικός του ήχος, σε συνδυασμό με μιά βαθιά μελαγχολική αίσθηση του στίχου του, συγκινεί και συγκλονίζει πάντοτε, όχι μόνο τούς τραγουδιστές του, αλλά και τούς αμύητους ακροατές του.

Εκ της εισηγήσεως του κυρίου Μενέλαου Σ. Ζώτου στο Γ’ Συμπόσιο Λαογραφίας Βορειοελλαδικού Χώρου που έγινε στην Αλεξανδρούπολη, 14-18 Οκτωβρίου 1976, Εκδόσεις του ΙΜΧΑ (1979).

Σάββατο 12 Μαΐου 2012

ΕΠΕΤΕΙΟΣ ΤΗΣ ΜΑΧΗΣ ΤΟΥ ΒΑΛΤΕΤΣΙΟΥ


Η μάχη του Βαλτετσίου (24 Απριλίου και 12-13 Μαΐου) υπήρξε μία από τις κρισιμότερες μάχες κατά την Ελληνική επανάσταση. Η νίκη της 12-13 Μαΐου 1821 άνοιξε τον δρόμο για την Άλωση της Τριπολιτσάς, και αποτέλεσε την αναβίωση της Αρχαίας Δωρικής πολεμικότητος. Θεμελίωσε δε, την ελπίδα της νίκης και έδωσε το όραμα της λευτεριάς στους επαναστατημένους Έλληνες.
Μανιάτες, Μεσσήνιοι και Αρκάδες οχυρωμένοι στα ταμπούρια του Βαλτετσίου, αμύνθηκαν με επιτυχία στις επιθέσεις των Τούρκων της Τριπολιτσάς, οι οποίοι ανέρχονταν περίπου σε 10-12.000 άνδρες υπό την ηγεσία του πολέμαρχου Κεχαγιάμπεη Μουσταφά. Πολλά επαναστατικά σώματα Ελλήνων οπλαρχηγών από διάφορα μέρη της Πελοποννήσου, που πολιορκούσαν την Τριπολιτσά, έσπευσαν να βοηθήσουν τους αμυνόμενους. Μετά από σκληρό αγώνα, βλέποντας οι Τούρκοι το ακατάβλητο των Ελλήνων και την συνεχή αύξηση των επιτιθεμένων επαναστατών αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν και μάλιστα υπό άτακτη φυγή να αναζητούν καταφύγιο πίσω από τα τείχη της Τριπολιτσάς.
Στην μάχη αυτή συμμετείχαν γνωστοί αλλά και λιγότερο αναγνωρισμένοι από την ιστορική συνείδηση οπλαρχηγοί, όπως οι Μητροπέτροβας, Ηλ. Μαυρομιχάλης, Κεφάλας, Ν. Φλέσσας, Αναγνωσταράς, Μούρτζινος, Γιατράκος, Νικηταράς, Πατσαντώνης, Κατριβάνος, Δαγρές και άλλοι.

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΜΑΧΗΣ

Ενώ οι Έλληνες πολιορκούσαν την Ακροκόρινθο και την Τρίπολη, ο Χουρσίτ πασάς στέλνει ισχυρό στράτευμα με σκοπό να καταπνίξει το επαναστατικό κίνημα. Ο Κεχαγιάμπεης Μουσταφά (ή Μουσταφά Μπέη) με 3.500 Αλβανούς αναλαμβάνει την Δυτική Ελλάδα και, ξεκινά για τον Μοριά για να ενισχύσει την πολιορκημένη Τρίπολη. Ξεκίνησε από τα Γιάννενα, χωρίς να βρει πουθενά ιδιαίτερη αντίσταση. Έλυσε την πολιορκία της Ακροκορίνθου και του Άργους. Ο Γέρος του Μοριά, βάσει του στρατηγικού του σχεδίου, τον αφήνει σκόπιμα να περάσει.Ο Κεχαγιάμπεης προσπαθεί να ελκύσει προδότες μέσω αμοιβών, ο μόνος που ενέδωσε όμως ήταν ο ταχυδρόμος που παρέδιδε την αλληλογραφία μεταξύ της Μπουμπουλίνας και του Κολοκοτρώνη. Μικρό όφελος είχαν τα γράμματα τους μιας και περιείχαν ανακριβή στοιχεία περί των στρατευμάτων. Σύντομα ανακαλύφθηκε ο προδότης και εκτελέστηκε.
Ο Κολοκοτρώνης στήνει στρατόπεδο στο Βαλτέτσι, λόγω της στρατηγικής του θέσεως.Διατάζει να οχυρωθούν τα τέσσερα στρατηγικά σημεία του με ισχυρά ταμπούρια και να εγκατασταθεί φρουρά. Στις 24 Απριλίου ο Κεχαγιάμπεης εξαπολύει αιφνιδιαστική επίθεση με 4000 άνδρες, οι λιγοστοί Έλληνες αμύνονται ηρωϊκά ωστόσο καταφέρνει να καταλάβει, έστω και προσωρινώς, το στρατόπεδο. Στο μεταξύ καταφθάνουν ο Πλαπούτας με τον Κολοκοτρώνη και κυνηγούν τους Τούρκους μέχρι την Μάκρη Μαντινείας. Το στρατόπεδο αμέσως αναδιοργανώνεται και ενισχύεται, στήνονται μηχανισμοί ειδοποιήσεως με φωτιές και τοποθετούνται οπλαρχηγοί σε στρατηγικά σημεία. Tην εκ νέου εγκατάσταση Ελλήνων στο Βαλτέτσι, όπως αναφέρεται, συνέστησε και ο Θ. Κολοκοτρώνης με επιστολή του. Ο ίδιος κατείχε το Χρυσοβίτσι, ενώ στη θέση της Πιάνας είχε στρατοπεδεύσει ο Κανέλλος Δεληγιάννης, ο Δημήτριος Πλαπούτας κ.ά. Οι τρεις αυτές θέσεις μπορούσαν να αλληλοβοηθούνται εύκολα σε περίπτωση τουρκικής προσβολής, γιατί το στρατόπεδο των Βερβαίνων ήταν κάπως απομακρυσμένο. Φθάνοντας στο Βαλτέτσι ο Ηλίας Μαυρομιχάλης έδωσε το παράδειγμα, βάζοντας το πρώτο λιθάρι, για να χτιστεί κλειστό ταμπούρι, το οποίο θα ήταν ασφαλέστερο και ακολούθησαν όλοι με ενθουσιασμό, ώστε την ίδια ημέρα είχε τελειώσει η κατασκευή του. Σε αυτό το ταμπούρι, εικάζεται ότι πρέπει να ήταν το ανατολικό, κλείστηκε ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης με 120 Μανιάτες, ανάμεσα στους οποίους ήταν ο Πρωτοσύγκελλος Μελέτιος Φραγκίσκος από την Αρεόπολη και η Μανιάτισσα χήρα Σταυριάνα Σάββαινα, η οποία στη διάρκεια της μάχης μετεκινείτο από ταμπούρι σε ταμπούρι και μοίραζε φυσέκια στους στρατιώτες. Αναφέρεται επίσης σε πιστοποιητικό που της χορήγησε ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης ότι: "...καθώς δεν έλλειψε και εις του Βαλτετσίου τον πόλεμον μαχομένη γενναιότατα δια την πατρίδα, σκοτώνοντας με το χέρι της δύο εχθρούς...". Στο επόμενο ταμπούρι οχυρώθηκαν ο Ηλίας Μαυρομιχάλης με τον Ηλία και το Νικήτα Φλέσσα από την Πολιανή, αδελφούς του Παπαφλέσσα, με 250 άνδρες. Σε ένα βορεινό ταμπούρι κλείστηκε ο Ιωάννης Μαυρομιχάλης με τον Αναγνώστη Οικονομόπουλο από το Κουρτσαούση (Σπερχογεία), τον Παναγιώτη Κεφάλα από το Δυρράχη, τον παλαιό κλέφτη Γερο-Μήτρο Πέτροβα από τη Γαράντζα - που χαρακτηρίζεται ως το καλύτερο τουφέκι της Μεσσηνίας - το Δημήτριο Παπατσώνη από το Ναζίρι της Μεσηνίας και τον Αθανάσιο Σιώρη με τους Κατριβάνους από το Ίσαρι της Αρκαδίας με 330 άνδρες. Στην εκκλησία οχυρώθηκε ο Ιωάννης Κατσανός με Μανιάτες και οι Μπουραίοι από τους Κωνσταντίνους με 70 άνδρες. Στο πιο απομακρυσμένο ταμπούρι, πιθανώς το δυτικό, κλείστηκε ο Ηλίας Τσαλαφατίνος με Μανιάτες και 75 Λεονταρίτες, που τότε η πατρίδα τους υπαγόταν στη Μεσσηνία.

Ο Κανέλλος Δεληγιάννης αναφέρει στα Απομνημονεύματά του:

« Ό Κιαχαγιάμπεης, Κιαμίλμπεης και Δευτέρ Κιαχαγιάς έξεστράτευσαν επίτηδες διά τό Βαλτέτζι, γνωρίζοντες οί αυτόχθονες Τούρκοι ότι, άν δυνηθούν και διαλύσουν αυτό, τότε άποδειλιούν τά άλλα και ευκόλως δύνανται να προχωρήσουν συσσωματωμένοι είς άπασαν την Πελοπόννησον, να την υποτάξουν».

Στις 12 Μαίου, ο Κεχαγιάμπεης μαζί με 12000 Τουρκαλβανούς ξεκινά για να ξαναχτυπήσει το Βαλτέτσι. Αυτή είναι η δεύτερη φάση της ιστορικής μάχης. Σήμανε συναγερμός και ευθύς ο Κολοκοτρώνης με άλλους οπλαρχηγούς κατευθύνονται προς το Βαλτέτσι. Οι Τούρκοι υπό τις διαταγές του Ρουμπή ζητούν την παράδοση των Ελλήνων, αυτοί όμως αρνούνται και η μάχη αρχίζει. Ο Ρουμπής καταφέρνει να κυκλώσει τις θέσεις των Ελλήνων αποκόπτοντας τόσο την μεταξύ τους επικοινωνία όσο και την πρόσβαση τους στις πηγές νερού. Παρόλα αυτά δεν καταφέρνει να νικήσει και ζητά ενισχύσεις από τον Κεχαγιάμπεη. Την στιγμή εκείνη φθάνει ο Κολοκοτρώνης από το Χρυσοβίτσι με 700 άνδρες και πλαγιοκοπεί με επιτυχία τους Τούρκους. Ο Ρουμπής, ενώ ήταν έτοιμος να υποχωρήσει δέχεται την ενίσχυση του Κεχαγιάμπεη, και έτσι η μάχη αποκτά δύο μέτωπα. Αλλά και από την μεριά των Ελλήνων φθάνει δεύτερο κύμα ενισχύσεων από τον Πλαπούτα και η μάχη συνεχίζεται πεισματικά και από τα δύο μέρη, χωρίς κανείς να αφήνει τις θέσεις του ούτε καν κατά την διάρκεια της νυκτός, απεναντίας συνεχίσθη και την επομένη.

Χαρακτηριστική είναι η σύσσωμη υποστήριξη του λαού καθώς περιγράφει ο Γέρος του Μοριά :

 «Οι Έλληνες μόνοι των άλεθαν, εζύμωναν, έψηναν το ψωμί και το έφερναν με τα ζώα των εις το Στρατόπεδο. Είχαμε φούρνο εθνικόν εις την Πιάνα, Αλωνίσταινα, Βυτίνα, Μαγούλιανα, Δημητσάνα, Στεμνίτσα. Πρόβατα μας έφερναν πότε από τα 30, πότε από τα 40 και τα έδιδαν με ευχαρίστησι τους. Μπαρούτι μας έδινε η Δημητσάνα, του μπαρουτιού την υπόθεσι την είχαν πάρει επάνω τους τα αδέλφια Σπηλιωτόπουλοι, οι Σπετσιώτες και οι Υδραίοι μας έστελναν και πολεμοφόδια και πετζιά για τζαρούχια».

Τα χαράματα η μάχη ξαναρχίζει. Το σφυροκόπημα κράτησε ένα εικοσιτετράωρο. Τελικά ο Ρουμπής, βλέποντας ότι κινδυνεύει να περικυκλωθεί διατάζει υποχώρηση ενώ ο Κολοκοτρώνης προτρέπει τους Έλληνες να τους καταδιώξουν. «Έλληνες, οι Τούρκοι θα φύγουν, ριχτείτε επάνω τους». Οι τουρκικές δυνάμεις πετάνε μέχρι και τα όπλα τους για να τους καθυστερήσουν. Ο Κολοκοτρώνης παρακολουθώντας το κυνηγητό των Τούρκων, βλέπει ότι πλησιάζουν στον κάμπο όπου κινδυνεύουν από το εχθρικό ιππικό, και φωνάζει δυνατά: "Έλληνες, γυρίστε πίσω, αφήστε Τούρκους για να 'χουμε να σκοτώσουμε κι άλλη μέρα".

Μετά από 23 ώρες μάχης η νίκη των Ελλήνων ήταν συντριπτική. Οι Τούρκοι υπέστησαν βαρύτατες απώλειες ενώ οι Έλληνες ελάχιστες.

Πέμπτη 19 Απριλίου 2012

190η Επέτειος του Ολοκαυτώματος Ναούσης

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΝΑΟΥΣΗΣ - 1822

Τον Φεβρουάριο του 1822, η Νάουσα και η ευρύτερη περιοχή βρίσκονται στο επίκεντρο μιας μεγάλης εξέγερσης στα πλαίσια της Ελληνικής Επαναστάσεως,η οποία ήδη είχε ξεσπάσει και σ' άλλες περιοχές. Μετά από μια ολόκληρη σειρά πολεμικών επιχειρήσεων των Ναουσαίων, με αρχηγούς τους Ζαφειράκη Θεοδοσίου και Τάσο Καρατάσιο, που είχαν στόχο την δημιουργία ελεύθερου επαναστατικού καθεστώτος στην περιοχή, η πόλη η ίδια πολιορκείται από τα στρατεύματα του Διοικητή της Θεσσαλονίκης Εμπού Λουμπούτ και πέφτει τελικά μπροστά στις πολυπληθέστερες δυνάμεις του εχθρού στις 22 Απριλίου, την Κυριακή του Θωμά, του ίδιου έτους.
Λεηλασίες, σφαγές και εξανδραποδισμοί του πληθυσμού, αλλά και απερίγραπτες σκηνές αυτοθυσίας και ηρωισμού από πλευράς Ναουσαίων, ακολούθησαν την πτώση αυτή. Αρκετές γυναίκες προτιμούν να σκοτωθούν πέφτοντας με τα παιδιά τους στ΄ αφρισμένα νερά του καταρράκτη της Αράπιτσας στους «Στουμπάνους», παρά να πέσουν στα χέρια των Τούρκων. Η πόλη καταστράφηκε και τα προνόμιά της αναιρέθηκαν. 
 Όμως η Νάουσα, δεν σβήστηκε, δεν πέθανε. Αναγεννήθηκε από την τέφρα της και μεγαλούργησε. Έξ ού και το σύμβολο του αγώνα, η σημαία με τον Φοίνικα να αναγεννάται από την τέφρα, με τη φράση «ΜΑΧΟΥ ΥΠΕΡ ΠΙΣΤΕΩΣ ΚΑΙ ΠΑΤΡΙΔΟΣ». 
Η πόλη της Νάουσας, σύμφωνα με βασιλικό διάταγμα του 1955, έχει τον τίτλο "ηρωική". Στο σημείο της θυσίας των γυναικών, στην περιοχή Στουμπάνοι δίπλα στο ποτάμι της Αράπιτσας, υπάρχει το χαρακτηριστικό μνημείο, με το άγαλμα της Ναουσαίας με τα παιδιά στην αγκαλιά της. Στον χώρο του μνημείου υπάρχει επιγραφή, η οποία αναφέρει : Διαβάτη, στάσου με ευλάβεια στη μνήμη των νεκρών. Μέσα στο βάραθρο που ξανοίγεται μπροστά σου, βρήκαν ένδοξο και ηρωικό θάνατο οι γυναίκες και τα παιδιά της Νάουσας, για την ελευθερία και την ανεξαρτησία του Ελληνικού έθνους, στις 22 Απριλίου 1822



ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ "ΕΠΕΤΕΙΟΥ" Η ΚΗΡΥΞΗ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΣΤΗ ΝΑΟΥΣΑ

Συγκεκριμένα, στις 19 Φεβρουαρίου 1822, ο Καρατάσος και ο Γάτσος με τα σώματά τους μπήκαν στην πόλη της Ναούσης, όπου συνάλαβαν και θανάτωσαν τον Διοικητή και τους λίγους Τούρκους στρατιώτες της φρουράς του. Η ανταρσία ήταν πλέον γεγονός. Ακολούθησε και η επίσημη κήρυξη της Επαναστάσεως στον ναό του Αγ. Δημητρίου, όπου πρόκριτοι, ένοπλοι και λαός συγκεντρώθηκαν αμέσως με πολύ ενθουσιασμό. Εκεί, εκφωνήθηκε πύρινος επαναστατικός λόγος από τον Ζαφειράκη, και αμέσως υψώθηκε η σημαία της Επαναστάσεως. Ακολούθησε η αναγόρευση των αρχηγών. Πολιτικός αρχηγός του κινήματος αναγορεύτηκε ο Ζαφειράκης και στρατιωτικός ο Γέρο Καρατάσος, ο οποίος διήρεσε αμέσως τους 5000 περίπου άντρες του σε τρία σώματα. Την διοίκηση του πρώτου ανέλαβε ο ίδιος, προσωπικώς, με υπαρχηγό τον δευτερότοκο γιό του Τσάμη, του δευτέρου την ανέθεσε στον Αγγ.Γάτσο και του τρίτου στον πρωτότοκο γιό του Γιαννάκη. Ο τελευταίος ορίστηκε συγχρόνως και και φρούραρχος της Ναούσης. Ο ολιγάριθμος αλλά αξιόμαχος αυτός στρατός στα χέρια γενναίων και εμπειροπόλεμων αρχηγών ήταν ικανός να αντιπαραταχθεί σε διπλάσιο και τριπλάσιο ακόμη αριθμό εχθρών, πράγμα που αποδείχθηκε στις συγκρούσεις των επόμενωνν ημερών. Το γεγονός της κηρύξεως της Επαναστάσεως στην Νάουσα η λαϊκή μούσα το τραγούδησε ως εξής : 

"Τρία πουλάκια κάθουνταν στης Νάουσας το Κάστρο
τ' ώνα τηράει τά Βοδενά, τ' άλλο τηράει τη Βέροια
τό τρίτο τό καλύτερο, μοιριολογάει καί λέει.
Πούναι τά πλούσια τά χωριά, πουν' τά Βασιλικά μας
μας τ' άκαψε ο Μπραϊμ Πασας ο τρισκαταραμένος.
Κλαιν' η γυναικες, τά παιδιά κλαιν κι' η νυφουλες
κλαιν' γιά τά παλικάρια μας γιά τούς καπετανέους.
Μήν κλαις κυρά αρχόντισσα, καί σύ καλή νυφούλα
προχθές επηρα μήνυμα από τόν Καρατάσσο
ότι βαρουσε τήν Τουρκιά αυτός κι ο Ζαφειράκης
κι' ο Γάτσος ο λεοντόκαρδος στης Νάουσας τά μέρη
τρομπέτες εβαρέσανε νά μαζωχθη τ' ασκέρι
τρεις χιλιάδες μάζωξαν οι δυό Καπετανέοι
κι' εκίνησαν κ' οι τρεις μαζύ τόν πόλεμο ν' αρχίσουν".


ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΝΑΟΥΣΑΣ

Στις 30 Μαρτίου 1822 ο Εμπού Λουμπούτ με 15000 άνδρες, ιππικό και 12 πυροβόλα, συνοδευόμενος και από σμήνη Αθιγγάνων και Εβραίων, εξεστράτευσε αυτοπροσώπως εναντίον της Ναούσης. Προτού, όμως, αρχίσει την πολιορκία της Ναούσης, ζήτησε, με αποσταλμένο του τον Ισούφ μπέη, από τους αρχηγούς των επαναστατών να καταθέσουν τα όπλα και τους υποσχέθηκε αμνηστεία, πλούτο και δόξα. Και έλεγε ότι προβαίνει σ' αυτές τις παραχωρήσεις, αν και είναι οργισμένος για την επίθεση της Βέροιας και την μάχη της Δοβράς επειδή δεν ήθελε να μεταβάλει τη πόλη, την αφιερωμένη στην μητέρα του Σουλτάνου, τον " κήπο της βασιλόμητορος" όπως την αποκαλούσε, σε ερείπια.
Οι αγέρωχοι, όμως, υπερασπιστές της Ναούσης έμειναν ασυγκίνητοι μπροστά στις δελεαστικές προτάσεις και απειλές. Χαρακτηριστική είναι η συνάντηση του Τούρκου απεσταλμένου με τον Γέρο Καρατάσο στις όχθες του Κουτίχα, όπου ο τελευταίος είχε το στρατόπεδο του. Ιδού πως την περιγράφει ο Στουγιαννάκης : "Μετά δυο ώρας ήλθε ο έμπιστος του στρατάρχου Ισούφ Βέης, ον υπεδέχθη ο Καρατάσιος φιλοφρονέστατα. Ο Ισούφ μετά τάς τυπικάς φιλοφρονήσεις εδήλωσεν εις τον Καρατάσιον τον σκοπόν της ελεύσεως του κατ' εντολήν του Στρατάρχου. Ο Καρατάσιος απήντησε λοσα προηγουμένως μετά του Ζαφειράκη είχον συμφωνήσει. Εκείνος δεν απεθερρύνθη, αλλ' απεπειράθη δια κολακειών και υπόσχέσεων πλούτου και δόξης εις τον πενήντα Έλληνα στρατιώτην να πείση αυτόν να παραιτηθή της επαναστάσεως και να υπηρετήση τον Σουλτάνο. Ο Καρατάσιος απορρίψας ατάραχως τας δελεαστικάς προτάσεις διέταξε δέκα καλά παλληκάρια να συνοδεύσωσιν ασφαλώς τον Ισούφ Βέην πορευόμενος ήδη προς τον άρχοντα της Ναούσης.Χαιρετίσας δε ευγενώς κατά το σύστημα των Τούρκων εξαγωγών τεμάχιον άρτου και μειδιών εκάλεσαν αυτόν με το "μπούγιουρουν' να γευματίσωσι και απαθώς ήρξατο να καταβροχθίζη αυτό ενώπιον του. Ο Πρεσβευτής εν προφανεί εξάρτησει εθεώρει τον αρχηγόν αρκούμενον εις τεμάχιον μόνον ξηρού και μέλανος άρτου. Μετ' όλιγον δε χαιρετίσας εκ δευτέρου και τρίτου, ίππευσε και διευθύνθη προς Νάουσαν μετά των ακολούθων του συνοδευόμενος υπό των δέκα παλληκαριών του Καρατάσιου".
Στην Νάουσα τον υπεδέχθηκε ο Γιαννάκης Καρατάσος, τον οποίο είχε διορίσει ο πατέρας του φρούραρχο της πόλεως με άμεση εξάρτηση από τον πολιτικό ηγέτη Ζαφειράκη. Ο Γιαννάκης οδήγησε τον Ισούφ μπέη στο Διοικητήριο και τον περιποιήθηκε. Μόλις όμως έμαθε ότι σκοπός του ερχομού του ήταν η πρόταση για την παράδοση της πόλεως, του είπε ότι δεν είναι αρμοδιος για ένα τόσο σοβαρό ζήτημα και ότι μπορεί να κάμη την πρόταση του στον άρχοντα Ζαφειράκη, τον οποίο περιμένει από στιγμή σε στιγμή. Όταν δε ήλθε ο Ζαφειράκης, αρνήθηκε κι αυτός να υποκύψη στην θέληση του Τούρκου στρατάρχου κι έτσι ο Ισούφ μπέης γύρισε άπρακτος στον αφέντη του.
Με την απόρριψη των προτάσεων φάνηκε πλέον καθαρά ότι οι επαναστάτες ήσαν αποφασισμένοι να αγωνισθούν. Γι'αυτό και ο Εμπού Λουμπούτ δεν εβράδυνε περισσσότερο και άρχισε αμέσως τις επιθέσεις εναντίον των οχυρωμένων γύρω από την Νάουσα Ελλήνων. Η πρώτη επίθεση έγινε στο πέρασμα του ποταμού Κουτίχα. Την θέση αυτή, όπως και την Παλιοκαλιά, την επιτηρούσε ο Γέρο Καρατάσος με τον γιό του Ζαφειράκη Φίλιππο. Οι επιθέσεις της πρώτης καιι της δεύτερης ημέρας συντρίφτηκαν εδώ και οι Τούρκοι στράφηκαν προς άλλη κατεύθυνση, αφού άφησαν ένα τμήμα του στρατού για αντιπερισπασμό.
Ο κεχαγιάς μπέης Μεχμέτ αγάς, ο οποίος ανέλαβε εν τω μεταξύ την επίθεση προχώρησε προς την Πλακένια Δραγασιά και το κοίλωμα του Ντότση Λάκκου, όπου φύλαγε ο Τσάμης Καρατάσος με δύο από τους αδελφούς Σιουγκαραίους και κατόρθωσε να αναχαιτήσει τους Τούρκους, ύστερα από σκληρό κλεφτοπόλεμο πίσω από βράχους και κορμούς δένδρων. Ένα σώμα όμως, το οποίο αποσπάσθηκε από τον κεχαγιά μπέη, παρέκαμψε την Γάστρα και κατόρθωσε, πολεμώντας αδιάκοπα, να φθάση στα Ισβόρια. Ένα άλλο κατευθύνθηκε προς την Καραγίδα, αλλά κι αυτό αποκρούσθηκε από τους αδελφούς Σιουγκαραίους.
Το απόγευμα όλα τα τουρκικά σώματα με σοβαρές απώλειες αναγκάσθηκαν να επιστρέψουν κοντά στον κεχαγιά μπέη. Κατά την δεύτερη αυτή ημέρα των μαχών δικρίθηκε κυρίως ο Τσάμης Καρατάσος, τόσο για την προσωπική του ανδρεία , όσο και για την μεθοδικότητα της διευθύνσεως του αγώνος. Ακολούθησε τριήμερη διακοπή του αγώνος.[....]


Η δεύτερη επίθεση άρχισε από τέσσερα σημεία συγχρόνως .Αντικειμενικός σκοπός των Τούρκων ήταν να διασπάσουν και να διασκορπίσουν τους έξω από την πόλη επαναστάτες.Ο Μουσταφάς μπέης ο Μελενοίκιος με ισχυρό σώμα πεζικού διατάχθηκε να παρακάμψει την Ρουντίνα, να καταλάβει την θέση Κουκουλίου και Αχυρώνων, να εκδιώξει από εκεί τον Αγγ.Γάτσο και μετά να κατευθύνθεί προς την πόλη και μάλιστα στον βορειοδυτικό της βρισκόμενο Αγ.Αθανάσιο. Ο κεχαγιάς μπέης Μεχμέτ αγάς, αφού πάρει μαζί του και τα τηλεβόλα, να καταλάβει την Γάστρα, να εκδιώξει τους φρουρούς του Γυμνόβου και της Πλακέντια Δραγασιάς και από τους δρόμους αυτούς να προωθηθεί μέχρι τις πύλες του Αγίου Γεωργίου και του Κιοσκιού, ενώ το πυροβολικό θα βομβαρδίσει την πόλη από το ύψωμα της Γάστρας. Ο Ταχήρ μπέης με ισχυρό σώμα πεζικού να περάσει από το Μεσοδένδρι, ανατολικά των Ισβορίων, ή από την Κάτω Σμίξη και δια του Γαλατσιάνου να προχωρήσει και να καταλάβει τις γύρω από τον Μοναχό Πλάτανο θέσεις, οι οποίες εδέσποζαν στις πύλες του Κιοσκιού και της Γέφυρας. Τέλος ο Εμπού Λουμπούτ ανέλαβε αυτοπροσώπως την επίθεση εναντίον της παρατάξεως του Γέρο Καρατάσου στον Κουτίχα και την Παλιοκαλιά, όπου και το στρατηγείο των επαναστατών.
Όλες αυτές οι επιθέσεις, οι οποίες είχαν καλά μελετηθεί και σχεδιασθεί κατά την διάρκεια του πολεμικού συμβουλίου τις προηγούμενες ημέρες, κατά την εφαρμογή τους δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα.[...]Όσο για τον Εμπού Λουμπούτ κι αυτός δεν στάθηκε τυχερότερος από τους άλλους. Η αναμέτρηση του με τον Γέρο Καρατάσο ήταν άγρια και αιματηρή. Μετά δε, από αλλεπάλληλες επιθέσεις, τις οποίες απέκρουσαν με ηρωϊσμό απαράμιλλο οι αμυνόμενοι Έλληνες, με σημαντικές απώλειες και πληγωμένη την φιλοτιμία του εγκατέλειψε τον αγώνα. Την τρίτη επίθεση την άρχισε, αφού ενίσχυσε το πυροβολικό του. Και πάλι η επιχείρηση έγινε από τέσσερα σημεία, ενώ οι θέσεις των επαναστατών δέχονταν σφοδρό βομβαρδισμό.Ο Γερό Καρατάσος κατά το διάστημα αυτό έκαμε μία έφοδο από το μοναστήρι του Αγ.Θεολόγου και άλλη μία ο Γιαννάκης Καρατάσος από τα Αλώνια. Δεν πέτυχαν όμως κανένα σοβαρό αποτέλεσμα, εκτός από μια μικρή ανακούφιση που προσέφεραν στους πολιορκημένους.
Η τύχη της Νάουσας είχε πλέον κριθεί .Ούτε η αποφασιστικότης ούτε ο ηρωϊσμός, ούτε η πολεμική εμπειρία και η ικανότητα των επαναστατών μπορούσαν να αποτρέψουν το μοιραίο.Ο Εμπού Λουμπούτ, ενισχυμένος πραγματοποιεί εισβολή στην πόλη ύστερα από αλλεπάλληλες εφόδους και παρά την ηρωική αντίσταση της, θα υποκύψει τελικά στην δύναμη των 12.000 ανδρών του πασά στις 22 Απριλίου 1822, Κυριακή του Θωμά. Ακολουθεί η καταστροφή της πόλης, λεηλασίες, εμπρησμοί, σφαγές και διωγμοί του πληθυσμού.
«Πέτρα στην πέτρα να μη μείνει και ούτε φωνή αλέκτορος να μην ακουστεί». Αυτή ήταν η σκληρή εντολή του Σουλτάνου, που με απίστευτη μανία και απερίγραπτες θηριωδίες εκτέλεσε ο στρατός του, και έμεινε στην ιστορία ως το Ολοκαύτωμα της Νάουσας.
Η περιγραφή του Ευστάθιου Στουγιαννάκη είναι χαρακτηριστική : «Στην Νάουσα, ακολούθησαν σκηνές φρίκης και τρόμου, τις οποίες αδυνατούμε να περιγράψουμε για το μέγεθος και τον πόνο ψυχής που προκαλούν. Ο στρατάρχης και ο Κεχαγιάς μπέης, περιήλθαν τα διάφορα μέρη όπου συνέβησαν οι συγκρούσεις και όταν αντελήφθησαν την μεγάλη φθορά του στρατού τους, εξοργίστηκαν και διέταξαν την τακτική σφαγή στο Κιόσκι όλων των ανδρών από 15 μέχρι 65 ετών. Η αποτρόπαιος διαταγή του αιμοβόρου στρατάρχη εκτελέστηκε πιστά. Σε 1.241 ανέρχονται αυτοί που καρατομήθηκαν τότε, στην Νάουσα. Αυτοί που οδηγούνταν στον θάνατο, τους ρωτούσαν πρώτα το όνομα, την ηλικία και το επάγγελμα, και αν έχουν ή γνωρίζουν κάπου για κρυμμένα χρήματα ή πράγματα, και τέλος αν αποδέχονται τον ισλαμισμό. Με την άρνησή τους, παραδίδονταν αμέσως στους δήμιους, οι οποίοι τους απογύμνωναν και τους αποκεφάλιζαν ενώπιον του στρατάρχη που απολάμβανε το θέαμα. Αποκεφαλίστηκαν ένας-ένας. Κι όπως λέει η παράδοση, ο Τούρκος δήμιος δεν θα σταματούμε, εάν ένας εκ των αποκεφαλισθέντων, Νικόλαος Κοκοβίτης, ράφτης στο επάγγελμα, δεν περπατούσε μερικά βήματα ακέφαλος.
Αρκετές γυναίκες προτιμούν να σκοτωθούν πέφτοντας με τα παιδιά τους στ' αφρισμένα νερά του καταρράκτη της Αράπιτσας στους "Στουμπάνους" για να μη πέσουν στα χέρια των Τούρκων».

Η ΘΥΣΙΑ ΤΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΣΤΗΝ ΑΡΑΠΙΤΣΑ

Ένα μεγάλο μέρος από νεαρές γυναίκες και κορίτσια της Ναούσης, είχαν συγκεντρωθεί κοντά στη γέφυρα της Αράπιτσας, στην τοποθεσία «Στουμπάνους» όπως είναι γνωστή στην Νάουσα, και με απόγνωση προσπαθούσαν να βρουν τρόπο διαφυγής, μα έγιναν δυστυχώς αντιληπτές απ’ τους τούρκους και κυκλώθηκαν στον ομώνυμο καταρράχτη. Στο μέρος αυτό, εγράφη μια σελίδα επική, άξια των ηρωικών τέκνων της Ναούσης και από τις σπάνιες στην ιστορία των ελευθέρων λαών.
Αντί της ατιμώσεως και του εξισλαμισμού οι μητέρες και οι αδελφές των πολεμιστών, προτίμησαν τον τραγικό μεν αλλά ενδοξότερο και ηρωικότερο θάνατο. Μη επιθυμούσαι ν' αφήσουν τα μικρά τους παιδιά στα χέρια των κατακτητών για να μεταβληθούν σε λίγα χρόνια σε χριστιανομάχους γενιτσάρους, κατεκρημνίσθησαν στ’ απότομο και βαθύτατο βάραθρο του καταρράκτη και σκοτώθηκαν όλες, κληροδότησαν όμως με τον τραγικώς μεγαλειώδη και ομαδικό αυτό θάνατο, αθάνατη δόξα στην πατρίδα τους και τον θαυμασμό και την ευγνωμοσύνη του Ελληνικού Έθνους.
Ο ιστορικός ερευνητής στο φωτεινό αυτό παράδειγμα της μεγάλης πατριωτικής αρετής και του ψυχικού μεγαλείου των γυναικών της Ναούσης, στέκεται με κατάνυξη και γονατίζει με ευλάβεια μπροστά στην δραματική αυτή αυτοθυσία. Καμμιά δεν λιποψύχησε, καμμιά δεν έδειξε δειλία. Φάνηκαν όλες αντάξιες γυναίκες και αδελφές των άλλων ηρώων της μαρτυρικής αυτής πόλεως, και στέκονται δίπλα στην ίδια βαθμίδα μαζί με τις Σουλιώτισσες του Ζαλόγγου και η μνήμη τους θα δοξάζεται ενόσω στον κόσμο αυτόν θα λατρεύωνται οι αιώνιες αρετές μιας γενιάς πλούσιας σε ψυχικές και πατριωτικές εκδηλώσεις. Έκλεισαν μέσα τους την τιμή και την δόξα του Ελληνικού έθνους.

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΗΡΩΕΣ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΤΗΣ ΝΑΟΥΣΑΣ

Ζαφειράκης Θεοδοσίου
Ο Ζαφειράκης Θεοδοσίου Λογοθέτης(1773-1822). Στην εξέγερση της περιοχής το 1806 φυλακίστηκε από τον Αλή πασά, αλλά αποφυλακίστηκε και παρέμεινε στην αυλή του Αλή. Στην συνέχεια μυήθηκε στην Φιλική Εταιρεία και επέστρεψε στην Νάουσα. Ο Ζαφειράκης ήταν ο πολιτικός αρχηγός κατά την κρίσιμη περίοδο της επανάστασης της Νάουσας το 1822, μαζί με τον Καρατάσιο και τον Γάτσο. Με την έναρξη της επαναστάσεως ο γιος του, που ήταν όμηρος στα Γιάννενα, δολοφονήθηκε από τον Χουρσίτ πασά. Μετά την καταστολή της εξεγέρσεως από τα στρατεύματα των Τούρκων ο Ζαφειράκης διέφυγε στα βουνά της περιοχής συνεχίζοντας τον αγώνα. Σκοτώθηκε μαζί με άλλους 25 πιστούς συντρόφους του από τους Τούρκους, ενώ η γυναίκα του θανατώθηκε με φρικτά βασανιστήρια, και άλλος ένας γιος του δολοφονήθηκε από τον Εμπού Λουμπούτ πασά της Θεσσαλονίκης, όπου είχε κρατηθεί ως όμηρος. Η τραγική ιστορία της οικογένειας Ζαφειράκη είναι μια τυπική περίπτωση του ηρωικού αγώνα των Ελλήνων οπλαρχηγών και προκρίτων στην περίοδο του 1821.
 
Τάσος Καρατάσιος (1764-1830).
Αγωνιστής του 1821, γεννημένος στην Δοβρά Βέροιας. Εντάχθηκε στην ομάδα του καπετάν Ρομφέη αρχικά και αργότερα αγωνίστηκε στη Σερβία κοντά στον Γεωργάκη Ολύμπιο και τον Νικοτσάρα και στην περιοχή του Αιγαίου με τον Σταθά. Το 1818 μυήθηκε στην Φιλική Εταιρεία και μαζί με τον Ζαφειράκη και τον Γάτσο σχημάτισαν την αρχηγία της Επανάστασης του 1821 στην περιοχή της Μακεδονίας. Όταν κηρύχθηκε η Επανάσταση στην Νάουσα, ο Τάσος Καρατάσιος βρισκόταν επικεφαλής των ελληνικών δυνάμεων. Στην διάρκεια της εξέγερσης και της πολιορκίας της Νάουσας επέδειξε χαρακτηριστικό θάρρος, αλλά και ευστροφία στην διαχείριση της εξέγερσης. Μετά την καταστροφή της Νάουσας από τον Εμπού Λουμπούτ πασά τον Απρίλιο του 1822 ο Καρατάσιος σχημάτισε ένοπλο σώμα με τους γιούς του και τον Γάτσο και συνέχισε τον αγώνα στη νότια Ελλάδα, πολεμώντας σε πολλές περιοχές της επαναστατημένης Ελλάδος. Χαρακτηριστικό του κατόρθωμα, η νίκη του επί του Ιμπραήμ στον Σχοινόλακκα, που ήταν και η πρώτη των Ελλήνων επί του Ιμπραήμ. Η γυναίκα του μαρτύρησε στην Θεσσαλονίκη αφού βασανίστηκε φριχτά από τους Τούρκους (μέσα σε ένα τσουβάλι με φίδια) το 1822. Ο Τάσος Καρατάσιος πέθανε στη Ναύπακτο.


Αγγελής Γάτσος (1756-1843).
Μακεδόνας οπλαρχηγός, καταγόμενος από την Έδεσσα. Εγινε αρματωλός στην περιοχή του Ολύμπου, αλλά από τα τέλη ακόμη του 18ου αιώνα ήρθε σε σύγκρουση με τον Αλή πασά των Ιωαννίνων, ο οποίος επεδίωξε συστηματικά την εξόντωση του. Η εξέγερση της Χαλκιδικής το 1821 οδήγησε τους Τούρκους στην απόφαση να συλλάβουν ομήρους από την Νάουσα και τα Βοδενά. Η περιοχή τότε εξεγέρθηκε με επικεφαλής τους Καρατάσιους, τον Γάτσο και τον Ζαφειράκη, με αποτέλεσμα όμως την καταστολή της εξεγέρσεως και την λεηλασία της Νάουσας το 1822. Η οικογένεια του Γάτσου, η γυναίκα του και τα πέντε παιδιά του αιχμαλωτίστηκαν, ενώ ο ίδιος διέφυγε στην Δυτική Στερεά, συνεχίζοντας τον αγώνα. Πήρε μέρος στην μάχη του Πέτα, στην καταστροφή του Δράμαλη και σε πολλές μάχες στην Πελοπόννησο, κοντά στον Κολοκοτρώνη και τον Ανδρούτσο. Το 1826 έφτασε στην Εύβοια όπου συγκρότησε δικό του σώμα και προσπάθησε να καταλάβει την Αταλάντη και αργότερα το Τρίκερι στη Μαγνησία. Πέθανε στην Αταλάντη φτωχός και ξεχασμένος, σε ηλικία 87 ετών. 

Δημήτριος ή Τσάμης Καρατάσος
Ο Δημήτριος ή Τσάμης Καρατάσος (1798-1861). Αγωνιστής του 1821, γιος του Τάσου Καρατάσιου , γεννημένος στο Διχαλεύρι Νάουσας Νάουσας. Στην περίοδο της αντιβασιλείας φυλακίστηκε μαζί με τον Κολοκοτρώνη και τον Πλαπούτα στο Ναύπλιο. Συμμετείχε στην επανάσταση της Θεσσαλίας το 1839, εκλέχτηκε βουλευτής το 1843 και διορίστηκε υπασπιστής του Όθωνα το 1844. Το 1854 κήρυξε την επανάσταση της Χαλκιδικής, χωρίς όμως επιτυχία. Διορίστηκε επιθεωρητής Πελοποννήσου και το 1859 έφυγε στην Ιταλία συμμετέχοντας στον απελευθερωτικό της αγώνα. Στην συνέχεια όργωσε την Ευρώπη για να πετύχει αντιοθωμανική κίνηση και προσπάθησε να ενώσει τους βαλκανικούς λαούς. Πέθανε στο Βελιγράδι.

Επιμέλεια: Αθηναΐς


Με επισημότητα και αξιόλογες εκδηλώσεις θα εορταστεί την Κυριακή 22 Απριλίου η 190η Επέτειος του Ολοκαυτώματος. Στο πλαίσιο εορτασμού της ιστορικής επετείου, ο Δήμος Νάουσας έχει προγραμματίσει εκδηλώσεις, οι οποίες θα ξεκινήσουν από την Τετάρτη (18/4) και θα κορυφωθούν την Κυριακή (22/4). Αναλυτικά το πρόγραμμα των εκδηλώσεων έχει ως εξής:

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΕΚΔΗΛΩΣΕΩΝ:

Τετάρτη 18 Απριλίου, ώρα 20:00, αίθουσα εκδηλώσεων «Εστία Μουσών»: Ομιλία με θέμα «Οι Βλάχοι της Νάουσας το 1821». Εκδήλωση του Συλλόγου Βλάχων Νάουσας με ομιλητή τον συγγραφέα-ερευνητή κ. Αστέριο Κουκούδη.

Πέμπτη 19 Απριλίου 2012, ώρα 21:00, αίθουσα εκδηλώσεων «Εστία Μουσών»: «Ο χαλασμός της Νάουσας 1822 μ.Χ., ελληνική ραψωδία». Τιμητική εκδήλωση-αφιέρωμα στον διακεκριμένο ποιητή κ. Δημήτρη Ι. Μπρούχο για την πνευματική προσφορά του στην πόλη της Νάουσας, με την ευκαιρία συμπλήρωσης 35 χρόνων προσφοράς στην τέχνη και τον πολιτισμό. Τις απαγγελίες θα μοιραστούν ηθοποιοί και ο ίδιος ο ποιητής, ενώ μονωδίες θα αποδώσουν ο κ. Κώστας Πατσιάς και η κ. Ελένη Αντωνιάδου. Στο πιάνο θα συνοδεύσει ο κ. Δημήτρης Παρόλας.

Παρασκευή 20 Απριλίου, ώρα 21:00, Δημοτικό Θέατρο: Συναυλία ελληνικής μουσικής του Φιλανθρωπικού Σωματείου Νάουσας «Ελπίδα». Συμμετέχει η Χορωδία του ΟΤΕ Θεσσαλονίκης, με μαέστρο τον κ. Γιάννη Τσαουσίδη, στο Τραγούδι ο κ. Κώστας Πατσιάς.

Σάββατο 21 Απριλίου 2012, ώρα 17:30 Δημοτικό Στάδιο Νάουσας: «10ος Δρόμος Θυσίας». Αθλητικός αγώνας δρόμου αθλητών και πολιτών όλων των ηλικιών. Η εκκίνηση του αγώνα θα δοθεί στις 17:30 από το Δημοτικό Στάδιο Νάουσας. Δικαίωμα συμμετοχής στο «Δρόμο Θυσίας» έχουν όλοι οι πολίτες κάθε ηλικία, αθλητές και μη. Οι διαδρομές είναι δύο. Η πρώτη έχει μήκος 1000μ. (εντός του Δημοτικού Σταδίου) και είναι για παιδιά μέχρι 12 ετών. Η δεύτερη έχει μήκος 5.500μ., είναι η κλασική διαδρομή που διέρχεται από κεντρικά σημεία, ιστορικούς χώρους, παραδοσιακές γειτονιές και αξιοθέατα της πόλης (Χώρος Θυσίας, Υπαπαντή, «Μπατάνια», Διοικητήριο, Πλ. Καρατάσου, Ρολόι, «Αλώνια», «Φόρος», Μεγ. Αλεξάνδρου κλπ) και θα συμμετέχουν αθλητές και μη, ηλικίας από 13 έως 61 ετών και άνω. Σε όλους τους συμμετέχοντες θα δοθούν αναμνηστικά διπλώματα και μπλουζάκια. Στον πρώτο νικητή-νικήτρια κάθε κατηγορίας θα απονεμηθεί κύπελλο και στους τρεις πρώτους νικητές-τριες κάθε κατηγορίας θα απονεμηθούν μετάλλια.
21:00 Δημοτικό Θέατρο: «Και αλέκτωρ δεν ελάλησε», επετειακή παράσταση του Λυκείου Ελληνίδων Νάουσας.

Κυριακή 22 Απριλίου 2012
07:00 Πανηγυρικές κωδωνοκρουσίες-Εωθινός-Έπαρση Σημαίας στο Ηρώο της πόλης. Συμμετοχή της Φιλαρμονικής Εταιρείας Νάουσας
10:30 Ιερός Ναός Μεταμορφώσεως του Σωτήρος. Δοξολογία, χοροστατούντος του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Βεροίας και Ναούσης κ.κ Παντελεήμονος
11:15 Τρισάγιο στο χώρο Θυσίας. Εκφώνηση του Πανηγυρικού της Ημέρας. Ρίψη στεφάνου. Ενός λεπτού σιγή. Εθνικός ύμνος.
12:00 Σε πρώτη εκτέλεση ερμηνεία του εμβατηρίου για το Ολοκαύτωμα της Νάουσας στο πλακόστρωτο του Δημοτικού Πάρκου. Συμμετέχουν η Φιλαρμονική Εταιρεία Ναούσης και η Δημοτική Φιλαρμονική Λαμίας.
12:30 Παρέλαση πολιτιστικών συλλόγων, μαθητών και στρατιωτικών τμημάτων στο χώρο μπροστά από το Ηρώο της πόλης.
19:00 Υποστολή της σημαίας