Δευτέρα 11 Μαρτίου 2013

H Tέχνη & η Επανάσταση (II) - Richard Wagner

Αποσπάσματα από το δοκίμιο του R. Wagner, Die Kunst und die Revolution (1849) [ελλ. μετ. εκδ. Μέγαρο Μουσικής Αθηνών].
Έχει προηγηθεί α' μέρος.

Ας συγκρίνουμε τώρα την δημόσια τέχνη της σύγχρονης Ευρώπης, στα κύρια γνωρίσματά της, με την δημόσια τέχνη των Ελλήνων, για να δούμε καθαρά την χαρακτηριστικά διαφορά τους.



Η δημόσια τέχνη των Ελλήνων, που κορυφώνεται στην τραγωδία, ήταν έκφραση της βαθύτερης και ευγενέστερης λαϊκής συνείδησης: η βαθύτερη και ευγενέστερη ανθρώπινη συνείδησή μας είναι ακριβώς το αντίθετο, η άρνηση της δημόσιας τέχνης μας. Για τον Έλληνα, η παράσταση μιας τραγωδίας ήταν θρησκευτική τελετή, θεοί κυκλοφορούσαν επί σκηνής και χάριζαν την σοφία τους στους ανθρώπους: η δική μας ένοχη συνείδηση τοποθετεί το θέατρό μας τόσο χαμηλά στην δημόσια υπόληψη, ώστε η αστυνομία έχει αναλάβει να του απαγορεύει κάθε ενασχόληση με τα θρησκευτικά θέματα - πράγμα πολύ ενδεικτικό και για την θρησκεία και για την τέχνη μας. Στα απέραντα ελληνικά αμφιθέατρα σύσσωμος ο λαός παρακολουθούσε τις παραστάσεις· στα πολυτελή μας θέατρα σκοτώνει την ώρα του μόνο ένα ευκατάστατο τμήμα του πληθυσμού. Ο Έλληνας αντλούσε τα καλλιτεχνικά του εργαλεία από τα επιτεύγματα μιας υψηλής κοινής παιδείας - εμείς από μίαν απύθμενη κοινωνική βαρβαρότητα. Η διαπαιδαγώγηση του Έλληνα τον έκανε, από τα πρώτα νεανικά του χρόνια, αντικείμενο της τέχνης και της καλλιτεχνικής απόλαυσης, ψυχῄ τε και σώματι· η δική μας ηλίθια διαπαιδαγώγηση, που αποβλέπει μόνο στο μελλοντικό βιομηχανικό κέρδος, μας διδάσκει να απολαμβάνουμε, ανόητα και αλαζονικά, την καλλιτεχνική μας αδεξιότητα, και μας ωθεί να αναζητούμε τα αντικείμενα της όποιας καλλιτεχνικής ψυχαγωγίας μόνο έξω από εμάς, σχεδόν με την λαχτάρα του ακόλαστου που γυρεύει την εφήμερη ερωτική ηδονή από μια πόρνη. Ο Έλληνας ήταν ηθοποιός, τραγουδιστής και χορευτής, η συμμετοχή του στην παράσταση μιας τραγωδίας ήταν η υπέρτατη απόλαυση που μπορούσε να του προσφέρει το έργο τέχνης, και δίκαια θεωρούσε τιμή την πρόσβαση που του εξασφάλιζε το κάλλος και η παιδεία του στην απόλαυση αυτή: εμείς απλώς εκπαιδεύουμε ένας μέρος του κοινωνικού μας προλεταριάτου, που βέβαια υπάρχει σε κάθε τάξη, για να μας ψυχαγωγεί· βρώμικη αλαζονεία, ματαιοδοξία και, μερικές φορές, η προοπτική του γρήγορου και μεγάλου κέρδους διαπνέουν τις τάξεις του θεατρικού μας κόσμου· ενώ για τον έλληνα καλλιτέχνη, εκτός από την απόλαυση που του πρόσφερε το έργο τέχνης, μόνη του ανταμοιβή ήταν η επιτυχία και ο δημόσιος έπαινος, ο σημερινός καλλιτέχνης προσλαμβάνεται και πληρώνεται. Και έτσι εντοπίζουμε άσφαλτα και καθαρά την ουσιώδη διαφορά: η ελληνική δημόσια τέχνη ήταν πραγματική τέχνη, ενώ η δική μας είναι καλλιτεχνική χειρωναξία. 
Ο καλλιτέχνης δεν απολαμβάνει μόνο τον σκοπό της δημιουργίας, αλλά και την ίδια την δημιουργία, τον χειρισμό του υλικού και την διαμόρφωσή του· η παραγωγή του δεν είναι δουλειά: είναι μια δραστηριότητα που καθαυτή του δίνει χαρά και ικανοποίηση. Για τον χειρωνάκτη μετράει μόνο ο σκοπός του μόχθου του, το όφελος που του αποφέρει η εργασία του· η δραστηριότητα που ασκεί δεν είναι χαρά αλλά βάσανο, μια αναπόδραστη ανάγκη, που θα προτιμούσε να την αναθέσει σε μια μηχανή: η εργασία του τον κρατά μόνο με τον καταναγκασμό, γι'αυτό και το πνεύμα του δεν είναι πα΄ρον εκεί, αλλά μόνο στον σκοπό, που θέλει να τον φτάσει όσο πιο γρήγορα γίνεται. Αν όμως άμεσος σκοπός του χειρωνάκτη είναι η ικανοποίηση μιας δικής του ανάγκης π.χ. η κατασκευή της κατοικίας του, των εργαλείων του, της ενδυμασίας του κλπ., τότε μαζί με την ευχαρίστηση για τα χρήσιμα αντικείμενα που θα παραμείνουν δικά του, εμφανίζεται σιγά σιγά και μια τάση να επεξεργάζεται την πρώτη ύλη σύμφωνα με το προσωπικό του αισθητήριο· έτσι, όταν πια κατασκευάσει τα απολύτως αναγκαία, η δημιουργικότητά του στρέφεται σε λιγότερο πιεστικές ανάγκες και αναδεικνύεται αυτόματα σε καλλιτεχνική· όταν όμως απαλλοτριώνει το προϊόν της εργασίας του, το μόνο που του απομένει είναι η αφηρημένη χρηματική αξία, και τότε η δραστηριότητά δεν διαφέρει από την λειτουργία μιας μηχανής: γίνεται μόχθος, μια θλιβερή, επίπονη δουλειά. Αυτή η δουλειά είναι η μοίρα των δούλων της βιομηχανίας· τα εργοστάσιά μας δίνουν σήμερα την αξιοθρήνητη εικόνα μιας βαθύτατης υποτίμησης του ανθρώπου: την εικόνα ενός αδιάκοπου μόχθου που νεκρώνει το πνεύμα και το σώμα, χωρίς απόλαυση, χωρίς αγάπη - πολλές φορές και χωρίς σκοπό. 
Ούτε εδώ μπορεί να αγνοηθεί η ελεεινή επίδραση του χριστιανισμού, που έταξε τον σκοπό του ανθρώπου έξω από την επίγεια ζωή του, και όρισε πως ο σκοπός αυτός είναι ένας:ο απόλυτος, υπεράνθρωπος Θεός. Σύμφωνα λοιπόν με την χριστιανική αντίληψη, η ζωή δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο της ανθρώπινης φροντίδας παρά μόνο σε σχέση με τις βασικές, τις επιτακτικές ανάγκες της: από την στιγμή που δεχτήκαμε την ζωή, έχουμε χρέος να την διατηρήσουμε, ώσπου ο ίδιος ο Θεόας να αποφασίσει πότε θα μας απαλλάξει από το βάρος της· οι ανάγκες της όμως δεν πρέπει να μας ξυπνούν την επιθυμία να χειριστούμε με αγάπη το υλικό που χρησιμοποιούμε για την ικανοποίησή τους, και μόνο ο αφηρημένος σκοπός μιας υποτυπώδους συντηρήσής της μπορεί να δικαιολογήσει την υλική μας δραστηριότητα. [...]



Για τους Έλληνες, η τέλεια, η δραματική τέχνη, συνόψιζε όλα όσα πηγάζουν από την ελληνική ουσία, ήταν αναπόσπαστα δεμένη με την ιστορία τους, ήταν το ίδιο το έθνος, που παρακολουθούσε την παράσταση του έργου τέχνης, που το κατανοούσε και το κατανάλωνε μέσα σε λίγες ώρες για την προσωπική του -και μάλιστα την ευγενέστερη- απόλαυση. Κάθε διαίρεση αυτής της απόλαυσης, κάθε διάσπαση των δυνάμεων που ήταν ενωμένες σε ένα σημείο, κάθε απομάκρυνση των βασικών της στοιχείων σε διαφορετικές κατευθύνσεις, ήταν επιζήμια για εκείνο το κατεξοχήν ένα έργο τέχνης, αλλά και για το ίδιο το κράτος, που ήταν πλασμένο με παρόμοιο τρόπο και έπρεπε μόνο να ανθίζει, χωρίς να μεταβάλλεται. Η τέχνη ήταν λοιπόν συντηρητική, όπως συντηρητικές ήταν την ίδια εποχή και οι ευγενέστερες φυσιογνωμίες του ελληνικού κράτους και ο Αισχύλος είναι ο πιο αντιπροσωπευτικός εκφραστής αυτούς του συντηρητισμού. [...]
Αργότερα, με την παρακμή της τραγωδίας, η τέχνη έπαψε να εκφράζει την δημόσια συνείδηση και το Δράμα διαλύθηκε στα εξ ών συνετέθη:η ρητοτική, η γλυπτική, η ζωγραφική, η μουσική, κλπ. έσπασαν τον κύκλο όπου χόρευαν ενωμένες και τώρα καθεμιά τράβηξε τον δρόμο της και εξακολούθησε να διαμορφώνεται, αυθυπόσταση αλλά μόνο και εγωιστική. Και όταν η ώρα της καλλιτεχνικής Αναγέννησης σήμανε, παραλάβαμε τις ελληνικές τέχνες μεμονωμένες, όπως είχαν εξελιχθεί μετά την διάλυση της τραγωδίας·το μεγάλο, το ελληνικό, το καθολικό έργο τέχνης δεν έπρεπε να έρθει μεμιάς στην πληρότητά του, αντιμέτωπο με το συσκοτισμένο, το παραπλανημένο και διασπασμένο πνεύμα μας -γιατί πώς θα μπορούσαμε να το συλλάβουμε; [...]
Καθεμιά από αυτές τις μεμονωμένες τέχνες, που καλλιεργήθηκαν και υποστηρίχθηκαν πλουσιοπάροχα προς τέρψιν και ψυχαγωγίαν των ισχυρών, του χρήματος, πλημμύρισε τον κόσμο με τα προϊόντα της· μεγάλα πνεύματα προσέφεραν την συναρπαστική συμβολή τους στην καθεμιά ξεχωριστά· όμως η Αναγέννηση δεν έφερε κανά στο φως την αυθεντική, την πραγματική Τέχνη· και παρότι μεγάλοι τραγικοί μάς χαρίζουν κατά καιρούς την ποίησή τους, το τέλειο έργο τέχνης, το Δράμα, η τραγωδία - η μεγάλη, η ενιαία έκφραση ενός ελεύθερου, ωραίου δημόσιου βίου - δεν έχει αναγεννηθεί ακόμη· γιατί το ζητούμενο δεν είναι να ανα-γεννηθεί, αλλά να γεννηθεί εξ αρχής. 
Μόνο η μεγάλη επανάσταση της ανθρωπότητας, που η έναρξή της συνέτριψε κάποτε την ελληνική τραγωδία, είναι ικανή να μας δώσει αυτό το έργο τέχνης, γιατί μόνο η επανάσταση μπορεί να γεννήσει ξανά, από τα τρίσβαθά της, ωραιότερο, ευγενέστερο, καθολικότερο, ό,τι κατάπιε άλλοτε αποσπώντας το από το συντηρητικό πνεύμα μιας παλαιότερης περιόδου με ωραιότερη αλλά πιό περιορισμένη παιδεία. 

 ------------------



Ενόψει της ανακηρύξεως του 2013 ως έτος Wagner (καθότι συμπληρώνονται 200 χρόνια από την γέννησή του), στο ιστολόγιο θα παρουσιάζονται κατά διαστήματα καθ' όλη την διάρκεια του έτους, κείμενα που αφορούν στον μεγαλοφυή συνθέτη.

Τετάρτη 27 Φεβρουαρίου 2013

H Τέχνη & η Επανάσταση (Ι) - Richard Wagner

Αποσπάσματα από το δοκίμιο του R. Wagner, Die Kunst und die Revolution (1849) [ελλ. μετ. εκδ. Μέγαρο Μουσικής Αθηνών]. 
Θα ακολουθήσει και β' μέρος.  

Το ερώτημα λοιπόν αφορά την τέχνη και την ουσία της, αλλά δεν πρόκειται να μας απασχολήσει ο αφηρημένος ορισμός της, γιατί αυτό που ασφαλώς προέχει είναι να διευκρινίσουμε τι σημαίνει η τέχνη ως παράγωγο της πολιτικής ζωής, να δούμε την τέχνη ως κοινωνικό προϊόν. Μία σύντομη ανασκόπηση των κορυφαίων στιγμών στην ευρωπαϊκή ιστορία της τέχνης θα ήταν εξαιρετικά χρήσιμη και θα μας βοηθούσε να φωτίσουμε το προκείμενο ζήτημα, που δεν είναι διόλου ασήμαντο. 

Κάθε φορά που εξετάζουμε την τέχνη μας, δεν μπορούμε να κάνουμε ούτε ένα βήμα χωρίς να συναντήσουμε τον στενότατο δεσμό της με την τέχνη των Ελλήνων. Κατά βάθος, η σύγχρονη τέχνη μας δεν είναι παρά ένας απλός κρίκος στην εξελικτική αλυσίδα της τέχνης σε όλη την Ευρώπη, καί η αλυσίδα αυτή ξεκινά από τους Έλληνες. 
Το ελληνικό πνεύμα, όπως εκφράζεται την εποχή της μεγάλης ακμής του και στο κράτος και στην τέχνη, όταν υπέταξε την πρωτόγονη φυσική θρησκεία της ασιατικής γενέτειρας και τοποθέτησε τον ωραίο, δυνατό και ελεύθερο άνθρωπο στην κορυφή της θρησκευτικής του συνείδησης, βρήκε την καίρια έκφρασή του στον Απόλλωνα, ύψιστο θεό του ελληνικού γένους. 
Ο Απόλλων, ο εξολοθρευτής του καταχθόνιου Πύθωνα, αυτός που εξόντωσε με τα θανατηφόρα βέλη του τους αλαζόνες και αυτάρεσκους γιους της επηρμένης Νιόβης, διακήρυσσε με το στόμα της ιέρειάς του, σε όσους έρχονταν να του ζητήσουν χρησμό στους Δελφούς, τον αρχέγονο νόμο του ελληνικού πνεύματος και της ελληνικής ουσίας, σαν να τους έστηνε έτσι εμπρός τους, παραδομένοι καθώς ήταν σε πάθη και περιπέτειες, τον γαλήνιο, τον ακηλίδωτο καθρέφτη της μύχιας και αναλλοίωτης ελληνικής τους φύσης - γιατί ο Απόλλων εκτελούσε το θέλημα του Διός στην γη των Ελλήνων: ο Απόλλων ήταν ο ελληνικός λαός. 
Και όταν μιλούμε για τον Απόλλωνα στην ακμή του ελληνικού πνεύματος, δεν εννοούμε τον αβρό Μουσηγέτη, όπως μας τον παρέδωσε η όψιμη, και μεγαλοπρεπέστερη, τέχνη της γλυπτικής·πρέπει να τον φανταστούμε γλυκύ αλλά αυστηρό, ωραίο αλλά δυνατό, όπως τον γνώρισε ο μέγας τραγικός, ο Αισχύλος. [...]
Θεό υπέροχο, τον έβλεπε ο τραγικός ποιητής, όταν "ένθους και έκφρων", ερχόταν να προσθέσει στα επιμέρους στοιχεία μιας τέχνης πλούσιας σε ό,τι ωραιότερο διέθετε η ανθρώπινη ζωή -  μιας τέχνης που δεν γεννιόταν κατ' εντολήν, αλλά από μια βαθύτατη φυσική ανάγκη - τον τολμηρό, τον δεσμευτικό Λόγο, την μεγαλειώση ποιητική Πρόθεση, που συνένωνε τα πάντα σε ένα σημείο, για να γεννήσει το υψηλότερο έργο τέχνης που έγινε ποτέ, το Δράμα. [...]
Χιλιάδες θεατές πλημμύριζαν το αμφιθέατρο για να παρακολουθήσουν την πλέον βαθυστόχαστη των τραγωδιών, τον Προμηθέα, για να συγκεντρωθούν εμπρός στο ανυπέρβλητο έργο τέχνης να κατανοήσουν τον εαυτό τους και τις πράξεις τους, να συγχωνευτούν σε μιαν αδιάσπαστη ενότητα με την ουσία τους, με τους συντρόφους του, με τον θεό τους, και να ξαναγίνουν, μέσα στην βαθύτερη, την ευγενέστερη γαλήνη, αυτό που ήταν και πριν από λίγες ώρες μέσα σε ασίγαστη ταραχή και κατακερματισμένη ατομικότητα. [...]
Στην τραγωδία ξανάβρισκε τον εαυτό του, και μάλιστα το ευγενέστερο κομμάτι της υπόστασής του, ενωμένο μέ ό,τι ευγενέστερο διέθετε η συνολική υπόσταση ολόκληρου του έθνους· κι από τα βάθη της ύπαρξής του, από τα βάθη της φύσης του, που τώρα μόλις του γινόταν συνειδητή, πρόφερε μαζί με το τραγικό έργο τέχνης τον χρησμό της Πυθίας, θεός και ιερέας μαζί, υπέροχος, θείος άνθρωπος, Ένας μέσα στο Όλον, το Όλον μέσα στον Ένα, σαν μια από τις χιλιάδες ίνες που σε κάθε ζωή των φυτών πετιούνται από το χώμα, ορθώνονται λιγνές στον αέρα και γεννούν το ωραίο άνθος που θα σκορπίσει την τερπνή ευωδία του στην αιωνιότητα. [...]
Η παρακμή της τραγωδίας συνδέεται άρρηκτα με την κατάρρευση του αθηναϊκού κράτους. Καθώς το κοινό πνεύμα διασπάστηκε, σκορπίζοντας σε χιλιάδες εγωιστικές κατευθύνσεις, το μεγάλο, το ακέραιο έργο τέχνης, η τραγωδία, διαλύθηκε στα επιμέρους καλλιτεχνικά συστατικά της. [...]
Οι Ρωμαίοι, που η εθνική τους τέχνη υποχώρησε πρόωρα μπροστά στην επίδραση των διαμορφωμένων ελληνικών τεχνών, χρησιμοποίησαν έλληνες αρχιτέκτονες, γλύπτες και ζωγράφους, ενώ τα εκλεκτότερα πνεύματά τους ασκήθηκαν στην ελληνική ρητορική και στιχοποιία·ωστόσο, στις μεγάλες λαϊκές τους σκηνές δεν εμφανίζονταν οι θεοί και οι ήρωες του μύθου, οι ελεύθεροι χορευτές και τραγουδιστές του ιερού Χορού· λιοντάρια, πάνθηρες, ελέφαντες και άγρια θηρία αλληλοσπαράζονταν στο αμφιθέατρο, ευφραίνοντας την ρωμαϊκή όραση και μονομάχοι έτερπαν με τον επιθανάτιο ρόχγο τους την ρωμαϊκή ακοή. 
Μόνο η απόλυτη πραγματικότητα μπορούσε να ευχαριστήσει αυτούς τους βάναυσους κατακτητές, μόνο ό,τι είχε υλική υπόσταση μπορούσε να ικανοποιήσει την φαντασία τους [...]

Jean-Léon Gérôme - Pollice Verso

Η τέχνη είναι χαρά καθαυτή, χαρά που πηγάζει από την ζωή, από το Όλον· όμως η κατάσταση εκείνης της εποχής, στα τέλη της ρωμαϊκή κοσμοκρατορίας, ηταν η περιφρόνηση του Εγώ, η αποστροφή για την ζωή, ο τρόμος μπροστά στο Όλον. Έκφραση αυτής της κατάστασης δεν μπορούσε να είναι λοιπόν η τέχνη, αλλά ο χριστιανισμός. 
Ο χριστιανισμός δικαιολογεί την εξευτελισμένη, άχρηστη και ελεεινή ύπαρξη του ανθρώπου στην γη, επικαλούμενος την θαυμάσια αγάπη του Θεού, που δεν έπλασε τον άνθρωπο για μια χαρούμενη και συνειδητή επίγεια ζωή, αλλά τον έκλεισε στην απαίσια φυλακή του κόσμου τούτου, ώστου να περιφρονήσει τον εαυτό του και να λάβει μετά θάνατον την ανταμοιβή: μια μακαριότητα, μέσα σε αιώνια αδράνεια και απραξία. Ο άνθρωπος ήταν λοιπόν υποχρεωμένος να παραμείνει σε μια κατάσταση βαθύτατου και απάνθρωπου ξεπεσμού και να μην ασκεί καμία ζωτική δραστηριότητα, επειδή η καταραμένη αυτή ζωή ήταν ο κόσμος του διαβόλου, δηλαδή των αισθήσεων· κάθε του ενέργεια, θα τον έκανε, απλώς, υποχείριο του διαβόλου, και ο δυστυχής που θα τολμούσε να απολαύσει έστω και στο ελάχιστον τον μόχθο για τον επιούσιο, θα καταδικαζόταν, πεθαίνοντας, στο αιώνιο μαρτύριο της κόλασης. Ο άνθρωπος δεν χρειαζόταν τίποτε άλλο εκτός από πίστη: έπρεπε δηλαδή να δεχτεί την εξαθλίωσή του και να μην αυτενεργήσει για να την αποτινάξει· από την εξαθλίωση αυτή έμελλε να τον ελευθερωσει μόνο η Θεία Χάρη, κι ας ήταν ανάξιος... [...]
Μπορούσε όμως να υπάρξει παραγματική, αληθινή τέχνη, χωρίς να ανθίζει, ως έκφραση ενός ελευθερου και συνειδητού Όλου, μέσα από την ίδια την ζωή; Μπορούσε να υπάρξει, όταν οι δυνάμεις που παρεμπόδιζαν την ελεύθερη εξέλιξη αυτού του Όλου την έπαιρναν στην υπηρεσία τους και την μεταφύτευαν αυθαίρετα σε ξένα εδάφη; Ασφαλώς όχι. Και όμως, θα δούμε ότι η τέχνη όχι μόνο δεν προσπάθησε να απαλλαγεί από τους καθ' όλα αξιοτιμους κυρίους της -  την πνευματική Εκκλησίας και τους πνευματώδεις ηγεμόνες - αλλά ξεπουλήθηκε ολοκληρωτικά σε ένα πολύ χειρότερο αφεντικό: την βιομηχανία. [...]
Με την τέχνη αυτή κατακλύζεται σήμερα ολόκληρος ο πολιτισμένος κόσμος. Βαθύτερη ουσίας της είναι η βιομηχανία, ηθικός στόχος της ο πλουτισμός, αισθητική της πρόφαση η ψυχαγωγία εκείνων που πλήττουν. Η τέχνη μας αντλεί τους ζωτικούς χυμούς της από την καρδιά της σύγχρονης κοινωνίας μας, από το επίκεντρο της κυκλικής κίνησης, την χοντρή κερδοσκοπία· δανείζεται μια άκαρδη κομψότητα από τα άψυχα κατάλοιπα της μεσαιωνικής ιπποτικής εθιμοτυπίας, κι από εκεί - μια και τα χριστιανικά της προσχήματα δεν της επιτρέπουν να περιφρονεί τον οβολό του φτωχού- κατρακυλά ως τα βάθη του προλεταριάτου χύνοντας παντού το δηλητήρια του ζωτικού της χυμού, για να διαφθείρει, να αποθαρρύνει, να αποκτηνώσει.

-------------



Ενόψει της ανακηρύξεως του 2013 ως έτος Wagner (καθότι συμπληρώνονται 200 χρόνια από την γέννησή του), στο ιστολόγιο θα παρουσιάζονται κατά διαστήματα καθ' όλη την διάρκεια του έτους, κείμενα που αφορούν στον μεγαλοφυή συνθέτη.

Παρασκευή 22 Φεβρουαρίου 2013

Osewoudt - Gelag Van Zwartgeklede Kraaien


Osewoudt
Gelag Van Zwartgeklede Kraaien
2011
Genre: Neo-folk

1. Gelag I
2. Geheimnis
3. Die Versunkene Krone
4. Ogen Van Stro
5. Finsternis
6. Eiserne Zeit
7. Lichttraeger
8. Die Sonne Dreht Sich Um Mich
9. Neon Winter
10. In Eigen Hand
11. Caroussel Noir
12. Nachtvlinder
13. Weit Weit Hin
14. Zonen Van Rotterdam
15. Gelag II

Παρασκευή 15 Φεβρουαρίου 2013

Σπάνια τοπία του Ιαπωνικού Κινηματογράφου

 Αφιέρωμα στον Ιαπωνικό Κινηματογράφο
Από την παράδοση στην νεωτερικότητα

Το αφιέρωμα περιλαμβάνει δέκα λιγότερο γνωστές ταινίες σπουδαίων δημιουργών, που σημάδεψαν το ιαπωνικό σινεμά. Πρόκειται για τα φιλμ: Γυναίκα της ομίχλης του Χεϊνοσούκε Γκόσο (1936), Ο ηλίθιος του Ακίρα Κουροσάουα (1951), Οι ιστορίες του Γκέντζι του Κοζαμπούρο Γιοσιμούρα (1951), Κολασμένα πάθη του Κανέτο Σίντο (1967), Το αγόρι του Ναγκίσα Όσιμα (1969), Έρωτας + Σφαγή του Γιοσισίγκε Γιόσιντα (1969), Η τελετή του Ναγκίσα Όσιμα (1971), Έιτζανάικα του Σοχέι Ιμαμούρα (1981), Το θολό ποτάμι του Κοχέι Ογκούρι (1981) και Ζεγκέν, ο άρχων του μπορντέλου του Σοχέι Ιμαμούρα (1987).


Αθήνα - Ίδρυμα Μιχάλη Κακογιάννη
14-20 Φεβρουαρίου

Αναλυτικό Πρόγραμμα

-----------------------
Θεσσαλονίκη - Ολύμπιον 
21-27 Φεβρουαρίου

Αναλυτικό πρόγραμμα: 

------------------------

Επίσης, στην Θεσσαλονίκη, στην αίθουσα προβολών του Μουσείου Κινηματογράφου, η Ταινιοθήκη Θεσσαλονίκης διοργανώνει αφιέρωμα στον σπουδαίο σουηδό σκηνοθέτη Ingmar Bergman με τίτλο "Ακτινογραφώντας την ανθρώπινη ψυχή", από τις 14-17 Φεβρουαρίου. 

Πρόγραμμα www.filmfestival.gr

Πέμπτη 7 Φεβρουαρίου 2013

Αποκωδικοποίηση της Κλασσικής Μουσικής Ι


Συμφωνία
Ο ιταλικός όρος “Sinfonia” χαρακτήριζε, κατά την εποχή του Μπαρόκ (17ος αι.), γενικά ένα ορχηστρικό έργο που παιζόταν ως εισαγωγή σε έργα εκκλησιαστικής ή κοσμικής μουσικής (π.χ. όπερες ή μπαλέτα). Άμεσος πρόδρομος της κλασσικής συμφωνίας θεωρείται η “Sinfonia” ως εισαγωγή της ναπολιτάνικης όπερας, με σταθερή σχετικά μορφή σε τρία μέρη (γρήγορο-αργό-γρήγορο), τα οποία διαδέχονταν το ένα το άλλο χωρίς διακοπή. Επειδή στόχος της ήταν να προσελκύει την προσοχή του ακροατηρίου και να σηματοδοτεί την αρχή της παράστασης, ήταν γραμμένη σε εύληπτο και συχνά εντυπωσιακό ύφος, με αποτέλεσμα να γίνει αρκετά αγαπητή ως είδος στην Ιταλία και να αυτονομηθεί σταδιακά από την όπερα (προκλασσική περίοδος). Η προσθήκη ενός μενουέτο μεταξύ του δεύτερου και τρίτου μέρους της sinfonia, αποτελέσε καθοριστικό παράγοντα για την διαμόρφωση της κλασσικής συμφωνίας, η οποία πήρε την τελική της μορφή χάρη στους τρεις μεγάλους κλασσικούς συνθέτες που ασχολήθηκαν εκτεταμένα με το συγκεκριμένο μουσικό είδος: Χάυντ, Μότσαρτ, Μπετόβεν.
Κατά την περίοδο του Ρομαντισμού (τέλος 18ου αι.) παρατηρούνται 2 τάσεις στην εξέλιξη της συμφωνίας: Η μία αφορά την συνέχιση της συμφωνίας ως είδος με την κλασική της, τετραμερή δομή, χωρίς εξωμουσικό περιεχόμενο αλλά με μια ρομαντική μουσική γλώσσα και αρκετές μορφολογικές ιδιαιτερότητες με κύριους εκπροσώπους τους Ντβόρζακ, Σούμαν, Σούμπερτ, Τσαϊκόφσκι και Μπρούκνερ. Οι εκπρόσωποι της άλλης τάσης απομακρύνθηκαν από την κλασική δομή της συμφωνίας και βασίστηκαν σε ένα εξωμουσικό περιεχόμενο· εμπνεόμενοι από ποιητικά και λογοτεχνικά έργα, από την φύση και τον άνθρωπο προσπάθησαν να περιγράψουν με την μουσική τους ιδέες και συναισθήματα· από αυτήν την τάση αναδύθηκε και το συμφωνικό ποίημα. Κύριοι εκπρόσωποι αυτής της τάσης ήταν οι Λιστ, Στράους, Μπερλιόζ. 
Η κλασσική συμφωνία αποτελεί ένα έργο για ορχήστρα σε τέσσερα συνήθως μέρη, που ακολουθεί το μορφολογικό πρότυπο της κλασικής σονάτας.


Συμφωνικό ποίημα
Το συμφωνικό ποίημα είναι μια εκτενής σύνθεση για κλασσική ορχήστρα που προσπαθεί να αποδώσει με μουσικά μέσα εξωμουσικό περιεχόμενο, όπως εντυπώσεις από ανθρώπους, τοπία, ζωγραφικούς πίνακες ή λογοτεχνικά έργα, και το οποίο δηλώνεται στον τίτλο του.  
Δημιουργός του συμφωνικού ποιήματος και εμπνευστής του όρου είναι ο Φραντς Λιστ, ο οποίος συνέθεσε 13 συμφωνικά ποιήματα. Το καθένα από αυτά έχει ένα μόνο μέρος, αντί για τρία ή τέσσερα που έχουν συνήθως οι συμφωνίες, ενώ η μορφή τους δεν ακολουθεί κάποιο συγκεκριμένο μορφολογικό πρότυπο της εποχής, αλλά η δομή της μουσικής προσπαθεί να ακολουθήσει το εξωμουσικό περιεχόμενο. Κάποια από τα γνωστότερα συμφωνικά ποιήματα του Λιστ είναι τα Les Preludes (σχετίζεται με ομώνυμο ποίημα του Αλφόνς ντε Λαμαρτέν), Άμλετ (εμπνευσμένο από το έργο του Σαίξπηρ), Mazeppa (από ποίημα του Ουγκώ), και «Προμηθέας» (από τον αρχαιοελληνικό μύθο αλλά και από ομώνυμο ποίημα του Χέρντερ). Το συγκεκριμένο είδος είχε επίσης σημαντική επίδραση στην δημιουργία των εθνικών σχολών, καθώς έδινε την δυνατότητα στον συνθέτη να ενσωματώνει άμεσα εθνικά ή και λαϊκά στοιχεία στην μουσική του και να τα επεξεργάζεται κατάλληλα, έτσι ώστε να παραπέμπουν σε ένα εθνικό περιεχόμενο.


Σονάτα & Φόρμα Σονάτας
Ο όρος σονάτα προέρχεται από την λέξη sonare ή suonare, που σημαίνει παράγω ήχο για τόξο. Πρόκειται για μια από τις σημαντικότερες φόρμες ενόργανης μουσικής από την περίοδο του μπαρόκ μέχρι σήμερα. Πρωτοεμφανίστηκε τον 16ο αι. και σήμαινε «οτιδήποτε δεν τραγουδιέται, αλλά εκτελείται με όργανα». Μία σονάτα αποτελείται συνήθως από τέσσερα ανεξάρτητα κομμάτια που ονομάζονται «μέρη», από τα οποία κάθε ένα ακολουθεί ένα συγκεκριμένο χαρακτήρα και πλοκή. Διακρίνονται δύο τύποι σονάτας:

-Η μπαρόκ σονάτα η οποία περιλαμβάνει την σονάτα δωματίου (sonata di camera) με πρελούδιο και χορευτικά μέρη, και την εκκλησιαστική σονάτα (sonata da chiesa) με εναλλαγή αργό-γρήγορο-αργό-γρήγορο.
-Η κλασσική σονάτα, η οποία τοποθετείται γύρω στο 1760, και αποτελείται συνήθως από τέσσερα μέρη ως εξής: 
Πρώτο μέρος (allegro): Έχει χαρακτήρα γρήγορο, δραματικό 
Δεύτερο μέρος (adagio, andante, largo, lento): Έχει χαρακτήρα αργό, λυρικό
Τρίτο μέρος (menuetto, scherzo): Έχει χαρακτήρα χορευτικό, συνήθως σε τριπλό μέτρο και είναι συνήθως σε μέτρια ταχύτητα. Αντίθετα, το σκέρτσο είναι πολύ γρήγορο, ενώ έχει συνήθως τριμερή φόρμα
Τέταρτο μέρος (allegro, presto): Έχει χαρακτήρα γρήγορο ή πολύ γρήγορο με ενεργητικό κλείσιμο.
Κατ' εξοχήν μορφή της είναι η σόλο σονάτα, για ένα σολιστικό όργανο, η σονάτα για δύο ή περισσότερα όργανα, η συμφωνία, που είναι σονάτα για ορχήστρα και το κοντσέρτο, σονάτα για σόλο όργανο και ορχήστρα.

Η φόρμα σονάτας αποτελεί συγκεκριμένη μορφολογική δομή που εμφανίζεται στην σονάτα, στην συμφωνία, στο κοντσέρτο και στις συνθέσεις μουσικής δωματίου.
Στο πρώτο μέρος της που ονομάζεται έκθεση παρουσιάζονται τα βασικά θέματα του έργου, στο δεύτερο μέρος, στην ανάπτυξη, τα μοτίβα παρουσιάζονται επεξεργασμένα και με αλλαγή τονικότητας, και τέλος, στο τρίτο μέρος, στην επανέκθεση, επαναλαμβάνονται τα μοτίβα της έκθεσης με τροποποιήσεις ώστε να "συμβιβασθούν" τα δύο πρώτα μέρη. 


Κοντσέρτο
Το κοντσέρτο (ιταλικά concerto) είναι μουσική σύνθεση για ένα (συνήθως) σόλο όργανο, όπως το βιολί, το όμποε, φλάουτο ή πιάνο και για κλασσική ορχήστρα
Κατά την περίοδο του Μπαρόκ υπήρχαν τρία είδη οργανικών κοντσέρτων:
- Το πολυχορικό κοντσέρτο, στο οποίο συμμετείχαν διάφορες ισοδύναμες ομάδες
- Το Κοντσέρτο-Γκρόσο, στο οποίο μια μικρή ομάδα οργάνων (π.χ. ένα κουαρτέτο από βιολιά ή  δύο βιολιά και βιολοντσέλο, κουαρτέτο ή κουϊντέτο εγχόρδων ή πνευστών κ.ά.), διαφοροποιείται  από τα υπόλοιπα όργανα της ορχήστρας με έναν ξεχωριστό μουσικό ρόλο.
- Το σόλο κοντσέρτο, για σόλο όργανο και ορχήστρα. 
Από τον 18ο αιώνα αρχίζει να υποχωρεί το Κοντσέρτο-Γκρόσο και να επικρατεί ο πλέον διαδεδομένος μέχρι τις μέρες μας τύπος του κοντσέρτου. 
Είναι τριμερής μουσική σύνθεση (γρήγορο-αργό-γρήγορο), με δομή σονάτας. 
Πρώτο μέρος: ακολουθεί την φόρμα σονάτας (έκθεση-επεξεργασία-επανέκθεση), διαμορφωμένη έτσι ώστε να εναλλάσσεται ο σολίστας με την ορχήστρα. Στην εισαγωγή του κοντσέρτου παίζει συνήθως ολόκληρη η ορχήστρα και παρουσιάζει τα δύο βασικά θέματα του έργου. Εν συνεχεία ο σολίστας ερμηνεύει τα θέματα του έργου αλλάζοντας την τονικότητα (μετατροπία). Ακολουθεί ένα τμήμα της σύνθεσης που ερμηνεύεται εναλλάξ από τον σολίστα και την ορχήστρα και τέλος υπάρχει ένα σολιστικό και άκρως δεξιοτεχνικό τμήμα, η καντέντσα. 
Δεύτερο μέρος: είναι αργό και μελωδικό. 
Τρίτο μέρος: γρήγορο και επίσης δεξιοτεχνικό.
Όλοι σχεδόν οι σημαντικοί συνθέτες της Ευρωπαϊκής κλασικής μουσικής ασχολήθηκαν με την μουσική φόρμα του κοντσέρτου με κυρίαρχο, στατιστικά, σολιστικό όργανο το βιολί και το πιάνο. Υπάρχουν όμως και διπλά, ή και τριπλά κοντσέρτα (π.χ. κοντσέρτα για βιολί και πιάνο, για δύο πιάνα (Φέλιξ Μέντελσον-Μπαρτόλντυ), για φλάουτο και άρπα (Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ), για πιάνο, βιολί και βιολοντσέλο (Λούντβιχ βαν Μπετόβεν).


----------------------------
Η νέα αυτή θεματική αναρτήσεων με τίτλο "Αποκωδικοποίηση της Κλασσικής Μουσικής" θα επικεντρωθεί στην εξήγηση μουσικών όρων αναφορικά με είδη σύνθεσης οργανικής μουσικής, είδη μουσικών συνόλων, μουσικές συνθέσεις για φωνή, κ.α.